TOP

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ “ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ” ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΜΑΚΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΟ ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ

Κριτική: Ευθύμιος Ιωαννίδης

Ποιος είναι ο Samuel Beckett

Ο Samuel Beckett (1906–1989) υπήρξε μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της σύγχρονης δραματουργίας∙ συγγραφέας που δεν ανανέωσε απλώς τη θεατρική γραφή, αλλά την αποδόμησε εκ θεμελίων. Γεννημένος στο Δουβλίνο και εγκατεστημένος στο Παρίσι, κινήθηκε ανάμεσα σε δύο γλωσσικούς και πολιτισμικούς κόσμους, επιλέγοντας συνειδητά να γράψει μεγάλο μέρος του έργου του στα γαλλικά, επιδιώκοντας μια αυστηρότερη και πιο λιτή έκφραση. Η πρώιμη μάλιστα σχέση του με τον James Joyce υπήρξε καθοριστική, όχι μόνο ως επιρροή αλλά και ως σημείο ρήξης: απέναντι πιο συγκεκριμένα στη γλωσσική πληθωρικότητα και τη συνθετότητα του Joyce, ο Μπέκετ αντιπροτείνει τη σιωπή, την αφαίρεση και τη διάλυση της αφηγηματικής συνέχειας. Το έργο του συνδέεται στενά βέβαια με το Θέατρο του Παραλόγου, δίχως ωστόσο να εξαντλείται σε αυτό. Στον Μπέκετ ειδικότερα, το παράλογο δεν αποτελεί αισθητική επιλογή, αλλά υπαρξιακή συνθήκη: ο κόσμος ωσαύτως δε στερείται νοήματος επειδή το αρνούμαστε, αλλά επειδή δεν μας προσφέρεται. Οι χαρακτήρες του δεν εξελίσσονται ούτε οδηγούνται σε κάθαρση· παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια ατέρμονη επανάληψη, σε έναν χρόνο που δεν προχωρά και σε έναν χώρο που μοιάζει ήδη κατεστραμμένος. Η εργογραφία του εκτείνεται στο θέατρο, το μυθιστόρημα και το δοκίμιο, με έργα που σημάδεψαν βαθιά τη σύγχρονη λογοτεχνία. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν το Περιμένοντας τον Γκοντό (En attendant Godot / Waiting for Godot), που τον καθιέρωσε διεθνώς, το Τέλος του Παιχνιδιού (Fin de partie / Endgame), ένα από τα πιο συμπυκνωμένα και σκοτεινά του έργα, καθώς και η πεζογραφική του «τριλογία» — Μολόυ (Molloy), Ο Μαλόν πεθαίνει (Malone meurt / Malone Dies) και Ο Ακατονόμαστος (L’Innommable / The Unnamable) — όπου η γλώσσα φτάνει στα όρια της διάλυσης. Στα έργα του, η δράση υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνουν η αναμονή, η φθορά και η αποσύνθεση της γλώσσας. Ο λόγος δεν επικοινωνεί — αποκαλύπτει την αδυναμία επικοινωνίας. Το χιούμορ, σκοτεινό και συχνά ανελέητο, δεν λειτουργεί ως εκτόνωση, αλλά ως ρωγμή μέσα στην απόγνωση. Το 1969 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, για ένα έργο που κατόρθωσε να μετατρέψει τη στέρηση, τη σιωπή και τη ματαιότητα σε καλλιτεχνική εμπειρία. Παρέμεινε, ωστόσο, βαθιά αποστασιοποιημένος από τη δημοσιότητα, αποφεύγοντας κάθε προσωπική έκθεση. Ο Μπέκετ δε γράφει για να εξηγήσει τον κόσμο·
γράφει για να εκθέσει την αδυναμία μας να τον κατανοήσουμε.

Υπόθεση του έργου

Το Τέλος του Παιχνιδιού (Fin de partie / Endgame) του Samuel Beckett εκτυλίσσεται σε έναν κλειστό, σχεδόν μετα-αποκαλυπτικό χώρο, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει ακινητοποιηθεί και κάθε προοπτική εξόδου να έχει εκλείψει. Στο κέντρο της σκηνής βρίσκεται ο Χαμ, τυφλός και καθηλωμένος σε μια πολυθρόνα, ο οποίος επιβάλλει την παρουσία του μέσα από τον λόγο και την ανάγκη του να διατηρεί τον έλεγχο. Δίπλα του, ο Κλοβ — υπηρέτης, σύντροφος ή κάτι ενδιάμεσο — είναι ο μόνος που μπορεί να κινηθεί, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποχωρήσει. Η σχέση τους συγκροτείται ως μια ιδιότυπη συνθήκη αλληλεξάρτησης, όπου η εξουσία και η αδυναμία εναλλάσσονται διαρκώς. Στο περιθώριο, οι γονείς του Χαμ, ο Ναγ και η Νελ, ζουν περιορισμένοι μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες, ως απομεινάρια ενός παρελθόντος που επιμένει να επιστρέφει αποσπασματικά. Οι παρεμβάσεις τους, άλλοτε τρυφερές και άλλοτε ειρωνικές, ανακαλούν μια ζωή που δεν μπορεί πια να ανασυσταθεί. Δεν υπάρχει πλοκή με την παραδοσιακή έννοια, ούτε εξέλιξη που να οδηγεί σε λύση. Αντί για δράση, το έργο οργανώνεται γύρω από επαναλήψεις, παύσεις και αποσπασματικούς διαλόγους, που εντείνουν την αίσθηση στασιμότητας και φθοράς. Το «τέλος» που προαναγγέλλεται δεν επέρχεται ως κάθαρση, αλλά ως μια διαρκής αναμονή του τέλους — μια κατάσταση όπου το παιχνίδι συνεχίζεται, όχι επειδή έχει νόημα, αλλά επειδή δεν μπορεί να σταματήσει.

Το έργο

Το Τέλος του Παιχνιδιού είναι ένα από τα πιο συμπυκνωμένα και αμείλικτα έργα του Σάμιουελ Μπέκετ. Δεν πρόκειται απλώς για ένα δράμα στατικό ή απαισιόδοξο, αλλά για ένα θεατρικό σύμπαν στο οποίο όλα μοιάζουν να έχουν ήδη συμβεί. Ο κόσμος του έργου δε βρίσκεται σε κρίση· βρίσκεται μετά την κρίση. Δεν παρακολουθούμε ούτω την καταστροφή, αλλά την επιβίωσή της. Το τέλος δεν έρχεται ως γεγονός που αναμένεται, αλλά ως συνθήκη που έχει ήδη εγκατασταθεί. Ο χώρος είναι κλειστός, απογυμνωμένος, σχεδόν ερειπωμένος. Ο έξω κόσμος παραμένει αόριστος, ίσως νεκρός, ίσως άδειος, ίσως απλώς απρόσιτος. Αυτή η αβεβαιότητα δεν είναι σκηνικό τέχνασμα, αλλά ουσιώδες στοιχείο της μπεκετικής γραφής: το έργο δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει τι συνέβη, αλλά να εκθέσει την εμπειρία μιας ύπαρξης που συνεχίζεται ενώ όλα έχουν εξαντληθεί. Το Τέλος του Παιχνιδιού επομένως δεν είναι απλώς ένα έργο για το τέλος· είναι ένα έργο για ό,τι απομένει όταν το τέλος δεν έρχεται ποτέ ολοκληρωτικά. Ο κόσμος του δεν εντοπίζεται στο χείλος της καταστροφής, αλλά μέσα στο υπόλειμμά της. Όλα μοιάζουν να έχουν ήδη συντελεστεί: η φθορά, η εξάντληση, η απώλεια νοήματος, η αποσύνθεση των δεσμών. Και όμως, κάτι επιμένει. Μια φωνή, μια συνήθεια, μια τελετουργία, ένα σώμα που εξακολουθεί να υπάρχει, παρότι έχει σχεδόν αδειάσει από ζωή. Αυτή ακριβώς η παράταση του τέλους είναι που προσδίδει στο έργο τη βαθύτερη τραγικότητά του.

Στο έργο του Μπέκετ η έλλειψη εξωτερικής δράσης δε δηλώνει απουσία θεατρικότητας. Αντιθέτως, η ακινησία καθίσταται η ίδια δράση. Στο Τέλος του Παιχνιδιού δε συμβαίνουν πολλά με τη συμβατική έννοια· κι όμως, λαμβάνει χώρα ατελεύτητα η φθορά. Επισυμβαίνει η επιβίωση. Συντελείται η εξάντληση μιας ύπαρξης που αδυνατεί να ολοκληρωθεί και εξίσου αδυνατεί να τερματιστεί. Η δραματουργική ένταση γεννιέται ακριβώς από αυτήν τη ματαίωση της εξέλιξης. Ο θεατής δεν οδηγείται ως εκ τούτου προς μια λύση, ούτε προς μια κορύφωση με παραδοσιακούς όρους. Βιώνει, αντίθετα, την επανάληψη ως μαρτύριο και ως μηχανισμό ύπαρξης. Το έργο μολαταύτα μοιάζει να κινείται χωρίς να προχωρά. Και ακριβώς εκεί ερείδεται η βαθύτερη τραγικότητά του: όχι στην έκρηξη, αλλά στην αδυναμία του τέλους να ολοκληρωθεί.

Ο χρόνος στον Μπέκετ δεν είναι γραμμικός ούτε λυτρωτικός. Δε θεραπεύει, δε μετασχηματίζει, δεν ωριμάζει. Είναι για την ακρίβεια ένας χρόνος αποσυντεθειμένος, κυκλικός∙ σχεδόν νεκρός. Στο Τέλος του Παιχνιδιού οι ήρωες υπάρχουν μέσα σε μια διάρκεια που δεν οδηγεί πουθενά. Δεν περιμένουν ακριβώς κάτι· περιμένουν το τέλος μιας αναμονής που έχει ήδη καταστεί το ίδιο τους το είναι.

Αυτός ο χρόνος βιώνεται μέσα από επαναλήψεις, ρουτίνες, τελετουργικές κινήσεις, φράσεις που επιστρέφουν, σιωπές που βαραίνουν. Η επανάληψη δεν είναι απλώς τεχνικό χαρακτηριστικό· είναι η ίδια η εμπειρία του παγιδευμένου υποκειμένου. Οι ήρωες δε ζουν πραγματικά μέσα στον χρόνο· υπομένουν τη διάρκειά του. Έτσι, το έργο μετατρέπει τον χρόνο από πεδίο εξέλιξης σε πεδίο εξάντλησης. Το παρόν δεν κατευθύνεται πλησίστιο προς το μέλλον, αλλά προσκρούει συνεχώς πάνω στον εαυτό του. Κάθε στιγμή μοιάζει να επαναλαμβάνει την προηγούμενη, ακυρώνοντας την προοπτική αλλαγής.

Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η σχέση ανάμεσα στον Χαμ και τον Κλοβ, μία από τις πιο σύνθετες και σκληρές δυάδες της νεότερης δραματουργίας. Η σχέση τους δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα μόνο σχήμα: δεν είναι μόνο αφέντης και υπηρέτης, δεν είναι μόνο γονεϊκή ή μόνο συντροφική, δεν είναι μόνο σχέση εξουσίας. Είναι ένας δεσμός αλληλεξάρτησης, όπου η κυριαρχία του ενός τρέφεται από την αδυναμία του άλλου, και η αδυναμία του άλλου συντηρείται από την ανάγκη του ενός.

Ο Χαμ, είναι μια μορφή τυφλή, ακίνητη, δεσποτική και ταυτόχρονα βαθιά εύθραυστη. Ο Χαμ δεν είναι απλώς ένας τύραννος· είναι ένα υποκείμενο που επιχειρεί να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του μέσω της κυριαρχίας. Δεν μπορεί να κινηθεί∙ δεν μπορεί να δει, και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να παραμένει το κέντρο. Ο λόγος του είναι επιτακτικός, θεατρικός, συχνά σαρκαστικός, μα κάτω από αυτήν τη σκηνική αυθεντία διακρίνεται ένας τρόμος σχεδόν παιδικός: ο τρόμος της εγκατάλειψης, της σιωπής, της εξαφάνισης. Ο Χαμ αποζητά διαρκώς από τον άλλον να παραμείνει παρών, όχι μόνο για να τον υπηρετεί, αλλά για να τον βεβαιώνει ότι ακόμη υπάρχει. Δίχως βλέμμα, δίχως ανταπόκριση, δίχως μάρτυρα, κινδυνεύει να βυθιστεί στο μηδέν, στην αορατότητα, στην ανυπαρξία, στην καταρρεύση.

Απέναντί του στέκεται ο Κλοβ, ίσως η πιο οδυνηρή μορφή του έργου, ακριβώς επειδή φέρει την ψευδαίσθηση της λύσης. Είναι εκείνος που μπορεί να κινηθεί, να δει, να εκτελέσει, να περιγράψει τον κόσμο — κι όμως δεν μπορεί να φύγει. Ή, ακριβέστερα, δεν μπορεί να περατώσει την αποχώρησή του. Η σχέση του με τον Χαμ δεν είναι μόνο σχέση δουλείας· είναι μια σχέση βαθιάς αμφιθυμίας, όπου το μίσος, η φροντίδα, η κόπωση και η εξάρτηση συμπλέκονται αξεδιάλυτα. Ο Κλοβ γκρινιάζει, αντιστέκεται, ειρωνεύεται, απειλεί με φυγή, κι όμως παραμένει. Σαν να είναι δεμένος όχι μόνο από τη συνήθεια ή τον φόβο, αλλά από μια βαθύτερη ψυχική υποχρέωση: σαν να μην ξέρει πια ποιος είναι έξω από αυτόν τον δεσμό. Η υποταγή του δεν είναι απλή αδυναμία· είναι μια μορφή ταυτότητας που έχει θεμελιωθεί μέσα στην υπηρεσία, στην αντίδραση, στην ατελή εξέγερση.

Η σχέση ανάμεσα στον Χαμ και τον Κλοβ συνιστά, έτσι, ένα από τα πιο αμείλικτα πορτρέτα αλληλεξάρτησης στη νεότερη δραματουργία. Ο ένας βασανίζει τον άλλον, αλλά και τον χρειάζεται. Ο ένας απειλεί να εγκαταλείψει, αλλά δεν αποχωρεί. Ο ένας διατάζει επειδή φοβάται την απουσία, ο άλλος υπακούει επειδή δεν αντέχει ακόμη την πλήρη αποκοπή. Δεν πρόκειται για σχέση αγάπης, τουλάχιστον όχι με τη συμβατική έννοια. Πρόκειται για έναν δεσμό στον οποίο η επιβίωση έχει αντικαταστήσει την οικειότητα και η συνεξάρτηση έχει διαβρώσει κάθε δυνατότητα ελευθερίας. Ο Άλλος εδώ δεν είναι τόπος συνάντησης, αλλά όριο απέναντι στην κατάρρευση. Ακόμη και ως βάρος, ακόμη και ως βασανισμός, παραμένει αναγκαίος.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό δίπολο παρεμβάλλονται ο Ναγ και η Νελ, οι γονείς του Χαμ, καθηλωμένοι μέσα στους σκουπιδοτενεκέδες τους σαν απομεινάρια μιας ζωής που δεν μπορεί πια να αποκατασταθεί. Η παρουσία τους είναι από τις πιο σκληρές και συνάμα από τις πιο θλιβερές επινοήσεις του Μπέκετ. Δεν είναι απλώς γηρασμένες μορφές· είναι σχεδόν υπολείμματα ανθρωπότητας, υπάρξεις απογυμνωμένες από αξιοπρέπεια, κινητικότητα, μέλλον. Κι όμως, μέσα σε αυτήν την εξευτελισμένη τους κατάσταση, επιβιώνει κάτι βαθιά ανθρώπινο: η ανάγκη για μνήμη, για επαφή, για μια στιγμή τρυφερότητας που θα διασώσει κάτι από τον χαμένο κόσμο.

Ο Ναγ και η Νελ φέρνουν στο έργο τη διάσταση του παρελθόντος, όχι όμως ως συνεκτική αφήγηση. Το παρελθόν δεν επιστρέφει εδώ ως νόημα, αλλά ως θραύσμα. Οι μικρές αναμνήσεις τους, οι σύντομες ανταλλαγές, η συγκινητική αλλά και αμήχανη προσπάθειά τους να αγγίξουν ο ένας τον άλλον, συνθέτουν μια εικόνα μνήμης που δε λυτρώνει. Τίποτε δεν αποκαθίσταται. Η οικογενειακή ιστορία δεν προσφέρει έρεισμα ταυτότητας· μοιάζει να έχει αποσυντεθεί μαζί με τον κόσμο που τη στήριζε. Και όμως, η παρουσία των δύο γονέων λειτουργεί σαν φάντασμα μιας προηγούμενης ανθρώπινης κατάστασης, σαν αχνή υπενθύμιση ότι προηγήθηκε κάποτε μια ζωή με περισσότερη θερμότητα, περισσότερη αφέλεια, περισσότερη αμοιβαιότητα.

Η σχέση του Χαμ με τους γονείς του είναι καθοριστική και βαθιά δηλητηριασμένη. Δεν υπάρχει εδώ η οικογένεια ως προστατευτικό σχήμα· υπάρχει η οικογένεια ως πεδίο φθοράς, πικρίας και ανεπεξέργαστης επιθετικότητας. Ο Χαμ δεν αντιμετωπίζει τον Ναγ και τη Νελ με στοργή, αλλά με ένα είδος σκληρότητας που μοιάζει να προέρχεται από παλιό τραύμα, από ματαιωμένες ανάγκες, από έναν δεσμό που δε μεταβολίστηκε ποτέ σε αγάπη. Σαν να κουβαλά απέναντί τους όχι μόνο κόπωση, αλλά και μια αρχέγονη οργή. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει εδώ τη βίαιη επιβίωση μιας πρωτογενούς εξάρτησης που δε μετασχηματίστηκε, αλλά σάπισε. Οι γονείς δεν είναι για τον Χαμ πηγή ρίζας, αλλά υπόμνηση μιας καταγωγής από την οποία δεν μπόρεσε ποτέ να ελευθερωθεί.

Αυτό ακριβώς προσδίδει στο έργο το ιδιαίτερο ψυχαναλυτικό του βάθος. Η σκηνή δε λειτουργεί μόνο ως μετα-αποκαλυπτικό τοπίο, αλλά και ως εσωτερικός ψυχικός χώρος. Οι χαρακτήρες μοιάζουν συχνά όχι μόνο με πρόσωπα, αλλά με πλευρές μιας διαλυμένης ψυχικής οικονομίας: η εξουσία, η υποταγή, η ανάγκη, η πικρία, η μνήμη, η φθορά. Η αδυναμία αποχωρισμού, η επανάληψη, η προσκόλληση σε βασανιστικούς δεσμούς, όλα παραπέμπουν σε έναν ψυχισμό που δεν μπορεί να πενθήσει, δεν μπορεί να αποδεσμευτεί, δεν μπορεί να μεταβεί πραγματικά σε κάτι νέο. Αντί να επεξεργάζονται την απώλεια, οι χαρακτήρες μοιάζουν να κατοικούν μέσα της.

Η γλώσσα, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί όχημα επικοινωνίας, αλλά μηχανισμό άμυνας. Οι ήρωες μιλούν αδιάκοπα, όχι επειδή διαθέτουν κάτι ουσιαστικό να πουν, αλλά επειδή η ομιλία τούς προστατεύει στιγμιαία από τη συντριβή της σιωπής. Ο λόγος στον Μπέκετ είναι συνάμα αναγκαίος και αποτυχημένος: διατηρεί την ψευδαίσθηση συνοχής, ενώ αποκαλύπτει αδιάκοπα την κατάρρευσή της. Οι διάλογοι είναι τεμαχισμένοι, επαναληπτικοί, συχνά τελετουργικοί, σαν να μην αποβλέπουν στην ανταλλαγή νοήματος αλλά στην αναβολή του κενού. Ο λόγος επομένως δε θεραπεύει το χάσμα ανάμεσα στα υποκείμενα· απλώς το ηχεί.

Το ίδιο ισχύει και για τα σώματα. Στο Τέλος του Παιχνιδιού το σώμα δεν είναι φορέας ελευθερίας ή επιθυμίας, αλλά το πεδίο όπου εγγράφεται η ήττα. Τα σώματα είναι ακινητοποιημένα, ακρωτηριασμένα, εξαρτημένα, φθαρμένα. Ο Χαμ δε βλέπει και δεν κινείται, ο Κλοβ κινείται αλλά σαν δυσλειτουργικός μηχανισμός, ο Ναγ και η Νελ αναδύονται από τους κάδους τους ως σχεδόν ημιθανείς φιγούρες. Η ανθρώπινη ύπαρξη παρουσιάζεται εδώ απογυμνωμένη από κάθε εξιδανίκευση. Και ωστόσο, ακριβώς μέσα σε αυτήν τη σωματική παρακμή, αναδύεται ένα αλλόκοτο, μαύρο χιούμορ. Ο Μπέκετ δε φοβάται το γελοίο της φθοράς· το ενσωματώνει, το χαριτώνει σε σκηνική αλήθεια. Το γέλιο που προκαλείται δεν είναι λυτρωτικό· είναι αμήχανο, σχεδόν ένοχο, επειδή γεννιέται εκεί ακριβώς όπου η αξιοπρέπεια έχει σχεδόν εκλείψει.

Εξίσου καθοριστική, ωστόσο, είναι και η μεταθεατρική διάσταση του έργου. Το θέατρο δε λειτουργεί απλώς ως μέσο αναπαράστασης, αλλά και ως συνθήκη ύπαρξης. Οι χαρακτήρες του έργου μοιάζουν να γνωρίζουν, έστω αδιόρατα, ότι υπάρχουν μέσα σε μια τελετουργία που επαναλαμβάνεται. Μοιάζουν πρωτίστως να «παίζουν» ότι ζουν, επειδή η ίδια η ζωή έχει πλέον απωλέσει τη ροή της και έχει μετουσιωθεί σε σκηνικό κατάλοιπο. Ο Χαμ, ιδίως, εμφανίζεται συχνά ως μια μορφή που επιτελεί τον εαυτό της, εκφέροντας λόγο με τρόπο που θυμίζει συνειδητή σκηνική παρουσία, σαν να χρειάζεται να παίζει για να υπάρχει. Αυτή η διάσταση δεν είναι βεβαίως απλώς αισθητική. Υποδηλώνει ότι, σε έναν κόσμο όπου το νόημα έχει καταρρεύσει, η ίδια η ύπαρξη αποκτά χαρακτήρα επιτέλεσης. Οι χαρακτήρες συνεχίζουν κατά συνέπεια να «παίζουν» όχι επειδή υπάρχει αφήγηση που πρέπει να ολοκληρωθεί, αλλά επειδή το παιχνίδι είναι το μόνο που απομένει.

Το θέατρο, επομένως, καθίσταται καθρέφτης μιας βαθύτερης κατάστασης: το υποκείμενο επιβιώνει μέσα από ρόλους, επαναλήψεις, φράσεις που επανέρχονται, κινήσεις που επαναλαμβάνονται. Η ζωή δε βιώνεται ως αυθεντική ροή, αλλά ως μια σειρά από επιτελέσεις που συγκρατούν προσωρινά τη διάλυση.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ίδιο το έργο μοιάζει να σχολιάζει τη φύση του θεάτρου. Τι σημαίνει να παίζεις όταν δεν υπάρχει ιστορία; Τι σημαίνει να μιλάς όταν η γλώσσα έχει απωλέσει την ισχύ της; Τι σημαίνει να υπάρχεις όταν το τέλος έχει ήδη συντελεστεί; Ο Μπέκετ δε δίνει απαντήσεις. Αλλά μετατρέπει τη σκηνή σε έναν χώρο όπου αυτές οι ερωτήσεις δεν μπορούν να αποφευχθούν.

Έτσι, ο τίτλος του έργου αποκτά μια βαθιά ειρωνική βαρύτητα. Το «τέλος» δεν δηλώνει ένα οριστικό πέρας, αλλά μια παρατεταμένη φάση αποσύνθεσης. Και το «παιχνίδι» δεν παραπέμπει σε ελαφρότητα, αλλά σε εκείνη την ύστατη κατάσταση όπου οι κινήσεις έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο, χωρίς ωστόσο να μηδενίζονται. Όπως σε μια τελική φάση σκακιού, τα πιόνια είναι λίγα, οι δυνατότητες περιορισμένες, και όμως η παρτίδα δεν έχει ακόμη κλείσει. Αυτή ακριβώς η αδυναμία ολοκλήρωσης συγκροτεί την μπεκετική τραγικότητα: το τέλος δεν έρχεται για να λυτρώσει· καθυστερεί, επιμηκύνεται, βασανίζει.

Τελικά, το Τέλος του Παιχνιδιού είναι ένα έργο για την ανθρώπινη κατάσταση όταν έχουν καταρρεύσει όλες οι μεγάλες βεβαιότητες: η πρόοδος, η οικογένεια, η μνήμη, η αγάπη, η γλώσσα, ακόμη και η ίδια η ιδέα ενός λυτρωτικού τέλους. Και όμως, μέσα σε αυτήν την ακραία απογύμνωση, το έργο δεν παύει να είναι βαθιά ανθρώπινο. Γιατί μιλά για την απεγνωσμένη ανάγκη του υποκειμένου να κρατηθεί από τον άλλον, έστω και μέσα στη σύγκρουση· για την αδυναμία του να αποχωριστεί ακόμη κι εκείνο που το πληγώνει· για την επιμονή μιας φωνής που συνεχίζει να ακούγεται, ακόμη κι όταν το νόημα έχει σχεδόν μαραθεί. Το «τέλος», τελικά, δεν πραγματώνεται ποτέ ως ολοκλήρωση. Παραμένει σε εκκρεμότητα — μια υπόσχεση που δεν εκπληρώνεται. Και ίσως εκεί έγκειται η βαθύτερη δύναμη του έργου: στο ότι φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με την ιδέα πως η ύπαρξη δεν κορυφώνεται σε ένα νόημα, αλλά εξαντλείται μέσα στην αδυναμία να τελειώσει. Αυτό είναι, ίσως, το πιο οδυνηρό και το πιο αληθινό στοιχείο του έργου: ότι ο άνθρωπος συνεχίζει όχι επειδή ελπίζει, αλλά επειδή δεν έχει ακόμη κατορθώσει να τελειώσει.

Η παράσταση

Η σκηνική προσέγγιση ενός έργου όπως το Τέλος του Παιχνιδιού δεν αποτελεί απλώς ζήτημα αισθητικής επιλογής, αλλά πράξη ερμηνείας με σαφές διακύβευμα. Ο Samuel Beckett δεν παραδίδει ένα κείμενο που επιδέχεται ελεύθερη αναπαραγωγή· συγκροτεί, αντιθέτως, ένα αυστηρό και αυτάρκες σύμπαν, όπου η ισορροπία ανάμεσα στη σιωπή, την επανάληψη, το χιούμορ και την υπαρξιακή φθορά είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Κάθε σκηνοθετική ανάγνωση καλείται, επομένως, να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτήν την εύθραυστη συνθήκη: να αποφασίσει ήτοι αν θα υπηρετήσει την απογύμνωση του έργου ή αν θα το μετατοπίσει προς μια πιο εμφανή θεατρικότητα· αν θα αφήσει το κενό να λειτουργήσει ως σιωπηλή απειλή ή αν θα το πλαισιώσει με σκηνική ενέργεια· αν θα εμπιστευθεί την ακινησία ή θα την αντικαταστήσει με ρυθμό.

Η σκηνοθεσία του Μάκη Παπαδημητρίου για παράδειγμα διακρίνεται από μια σαφή πρόθεση μετατόπισης του μπεκετικού σύμπαντος προς μια πιο ενεργητική σκηνική συνθήκη. Αντί να επιμείνει ως εκ τούτου αποκλειστικά στην ακινησία και στη σιωπηλή αποσύνθεση, ενεργοποιεί τον ρυθμό, την επιτέλεση και το φαρσικό στοιχείο, αναδεικνύοντας τη θεατρικότητα που υποβόσκει στο έργο. Ο κόσμος του Μπέκετ πιο συγκεκριμένα δεν παρουσιάζεται εδώ ως πλήρως απονεκρωμένος, αλλά ως ένας κόσμος που εξακολουθεί να «παίζεται». Ωστόσο, αυτή ακριβώς η επιλογή μετατοπίζει το βάρος της εμπειρίας: η σιωπηλή έτσι ένταση της φθοράς υποχωρεί σε στιγμές μπροστά στη σκηνική ενέργεια, δοκιμάζοντας την εύθραυστη ισορροπία του έργου. Και ακριβώς σε αυτήν τη μετατόπιση —ανάμεσα στην απογύμνωση και στην επιτέλεση— εγγράφεται το βασικό διακύβευμα της παράστασης.

Η σκηνογραφική και ενδυματολογική πρόταση της Ηλένιας Δουλαδίρη ενσαρκώνει με συνέπεια μια αισθητική αυστηρής αφαίρεσης, η οποία αποκτά εδώ μια σχεδόν βιομηχανική σκληρότητα. Ο χώρος δεν παραπέμπει ούτως ειπείν σε κατοικήσιμο εσωτερικό, αλλά σε ένα βιομηχανικό περίβλημα, ένα είδος κλειστού θαλάμου από γυμνούς, φθαρμένους τοίχους, που φέρουν πάνω τους τα ίχνη της χρήσης και της εγκατάλειψης. Ο σκηνικός χώρος συγκροτείται συνεπώς ως ένα κλειστό, γκριζωπό περίβλημα, με τραχείς τοίχους που φέρουν εμφανώς τα ίχνη της φθοράς, παραπέμποντας περισσότερο σε έναν εγκαταλελειμμένο θάλαμο ή σε ένα μετα-αποκαλυπτικό καταφύγιο το οποίο δεν προσφέρει ασφάλεια ούτε προοπτική διαφυγής· αντίθετα, εγκλωβίζει τα πρόσωπα μέσα σε έναν χώρο που δεν απειλεί, αλλά δε σώζει. Δεν πρόκειται για τόπο που προστατεύει, αλλά για το υπόλειμμα μιας ανάγκης που έχει πλέον αδειάσει από λειτουργία. Η ύπαρξη καθ΄αυτόν τον τρόπο δεν προστατεύεται — παρατείνεται.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά αξίζει να υπογραμμίσουμε το υπερυψωμένο άνοιγμα στον τοίχο∙ ένα παράθυρο που υποδηλώνει την ύπαρξη ενός «έξω», χωρίς ωστόσο να το καθιστά προσβάσιμο. Ο εξωτερικός κόσμος δεν έχει εξαφανιστεί· έχει αποκοπεί. Και αυτή η αποκοπή εντείνει την αίσθηση εγκλεισμού όχι ως περιορισμού, αλλά ως συνθήκης. Το υπερυψωμένο άνοιγμα στον τοίχο υποδηλώνει την ύπαρξη ενός «εκτός», χωρίς ωστόσο να καθιστά δυνατή την πρόσβαση σε αυτό. Η διαφυγή επομένως δεν έχει καταργηθεί· έχει καταστεί απλώς ανέφικτη. Από την άλλη, τα αντικείμενα —η πολυθρόνα του Χαμ, οι κάδοι των γονέων— δεν οργανώνουν δράση, αλλά μαρτυρούν τη φθορά της. Οι κάδοι, ιδίως, εντάσσονται οργανικά στον χώρο, μετατρέποντας τις μορφές του Ναγκ και της Νελ σε σχεδόν αντικειμενοποιημένες παρουσίες. Ο άνθρωπος δεν κατοικεί τον χώρο· απορροφάται από αυτόν. Οι κάδοι των γονέων εντάσσονται άρα οργανικά στον χώρο, όχι ως ξεχωριστά σκηνικά ευρήματα, αλλά ως αντικείμενα ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα. Δεν υποδηλώνουν απλώς την εξαθλίωση· την ενσωματώνουν. Οι μορφές του Ναγ και της Νελ δεν διαχωρίζονται από το περιβάλλον — ανήκουν ήδη σε αυτό, ως υπολείμματα. Έτσι, η σκηνογραφία δε λειτουργεί μόνο ως πλαίσιο, αλλά ως κατάσταση: ένας χώρος που δεν φιλοξενεί τη ζωή, αλλά μαρτυρεί την αποχώρησή της. Και ακριβώς σε αυτή τη σιωπηλή, ψυχρή επιμονή του χώρου εντοπίζεται η δύναμή της. Τα κοστούμια ακολουθούν την ίδια λογική: δεν προσδίδουν χαρακτήρα, αλλά φέρουν τη φθορά επάνω στο σώμα, ενισχύοντας την αίσθηση ότι οι μορφές ενσαρκώνουν καταστάσεις εξάντλησης περισσότερο παρά ψυχολογικούς ρόλους.

Παράλληλα, η επιλογή να παραμένουν ορατά τα φωτιστικά σώματα απογυμνώνει τη σκηνή από κάθε ψευδαίσθηση. Το θέατρο δεν αποκρύπτεται, αλλά εκτίθεται, ενισχύοντας τη μεταθεατρική διάσταση του έργου. Οι χαρακτήρες δε ζουν απλώς μέσα στον χώρο — παρουσιάζονται μέσα σε αυτόν. Οι φωτισμοί των Ιωάννα Αθανασίου και Τάσος Παλαιορούτας λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση. Το φως είναι σκληρό, ψυχρό και αποκαλυπτικό· δε δημιουργεί ατμόσφαιρα, αλλά εκθέτει τα σώματα, εντείνοντας την αίσθηση απομόνωσης και ακινησίας. Οι έντονες αντιθέσεις και οι βαριές σκιές δεν προσφέρουν βάθος, αλλά επιτείνουν την εμπειρία ενός κόσμου εξαντλημένου, χωρίς διέξοδο.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό πλαίσιο, η παράσταση επιλέγει να ενεργοποιήσει τον ρυθμό και το χιούμορ, μετατοπίζοντας την εμπειρία του παράλογου από τη σιωπή προς την επιτέλεση. Το αποτέλεσμα είναι διττό: από τη μία πλευρά ενισχύεται η σκηνική αμεσότητα και η επικοινωνία με τον θεατή· από την άλλη, η μπεκετική ένταση της έλλειψης —εκείνη η σιωπηλή πίεση που καθιστά το έργο σχεδόν ασφυκτικό— δε διατηρείται πάντοτε με την ίδια πυκνότητα.

Έτσι, η παράσταση δεν αναιρεί το έργο, αλλά το αναδιατυπώνει. Το Τέλος του Παιχνιδιού δεν παρουσιάζεται ως ακραία εμπειρία ακινησίας, αλλά ως ένα θέατρο που εξακολουθεί να παίζεται, ακόμη και όταν όλα έχουν ήδη τελειώσει. Και ακριβώς σε αυτήν τη λεπτή, σχεδόν επισφαλή ισορροπία —ανάμεσα στην επιτέλεση και στη φθορά— εντοπίζεται το ουσιαστικό της διακύβευμα.

Οι ερμηνείες

Στο Τέλος του Παιχνιδιού, οι ερμηνείες δε λειτουργούν ως αυτόνομες επιδείξεις υποκριτικής δεξιοτεχνίας, αλλά ως φορείς μιας εξαιρετικά απαιτητικής δραματουργικής συνθήκης. Οι ηθοποιοί καλούνται να κινηθούν σε ένα πεδίο όπου η ένταση δεν παράγεται από την εξέλιξη, αλλά από την επανάληψη· όπου το συναίσθημα δεν κορυφώνεται, αλλά φθείρεται· και όπου ο λόγος δεν εκφράζει, αλλά αποκαλύπτει την αδυναμία της έκφρασης.

Στον ρόλο του Χαμ, ο Μάκης Παπαδημητρίου συγκροτεί μια σκηνική παρουσία που ισορροπεί ανάμεσα στην κυριαρχία και στην αποσύνθεση. Η ερμηνεία του δεν περιορίζεται σε μια εσωστρεφή, τραγική εκδοχή, αλλά ενσωματώνει έντονα στοιχεία επιτέλεσης: ο λόγος εκφέρεται με ρυθμική ακρίβεια και έντονες τονικές διακυμάνσεις οι παύσεις αποκτούν θεατρική αυτοσυνειδησία, και η παρουσία του μοιάζει να αναζητά διαρκώς το βλέμμα που θα την επιβεβαιώσει. Ο Χαμ αναδεικνύεται έτσι ως μια μορφή που δεν υπάρχει απλώς, αλλά «υποδύεται» την ίδια της την ύπαρξη. Ωστόσο, ακριβώς σε αυτήν την εξωστρέφεια εντοπίζεται και η βασική αμφισημία της ερμηνείας του: η σκηνική ένταση που παράγεται, αν και δυναμική, δεν επιτρέπει πάντοτε στην μπεκετική σιωπή και στην υπόγεια φθορά να αναδυθούν με την απαιτούμενη βαρύτητα.

Απέναντί του, ο Γιώργος Χρυσοστόμου ενσαρκώνει τον Κλοβ με αφοπλιστική άνεση, εκφραστικότητα και αναμφήριστη επιδεξιότητα, ανταποκρινόμενος υφολογικά πλήρως στον ρόλο του.  Λειτουργεί ως το αναγκαίο αντίβαρο στον Χαμ, τόσο δραματουργικά όσο και υποκριτικά. Η ερμηνεία του κινείται σε μια λεπτή ταλάντωση ανάμεσα στην αντίσταση και στην υποταγή, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την αμφιθυμία του προσώπου. Το σώμα του, με ελεγχόμενη μηχανικότητα και επαναληπτική ακρίβεια στις κινήσεις, αποκαλύπτει μια ύπαρξη που κινείται χωρίς προοπτική διαφυγής. Η παρουσία του, πιο εσωτερική και συγκρατημένη, διατηρεί ένα ίχνος εκείνης της σιωπηλής έντασης που το έργο απαιτεί, λειτουργώντας ως αντίρροπη δύναμη απέναντι στην επιτελεστική ένταση του Χαμ.

Οι μορφές του Ναγκ και της Νελ, ερμηνευμένες από τον Δημήτρης Ντάσκας και τη Φραγκίσκη Μουστάκη, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μέσα από την ερμηνευτική τους οικονομία. Με περιορισμένα εκφραστικά μέσα και διακριτική χρήση του λόγου, οι παρουσίες τους λειτουργούν ως υπόμνηση μιας ζωής που επιμένει σε θραύσματα. Οι σύντομες, σχεδόν διστακτικές ανταλλαγές τους δημιουργούν στιγμές εύθραυστης τρυφερότητας, οι οποίες, αντί να αναιρούν τη συνολική αίσθηση φθοράς, την καθιστούν ακόμη πιο αισθητή.

Συνολικά, οι ερμηνείες υπηρετούν με συνέπεια τη σκηνοθετική κατεύθυνση της παράστασης, ενισχύοντας τη ρυθμικότητα και τη θεατρικότητά της. Ωστόσο, ακριβώς μέσα σε αυτήν τη συνεκτική γραμμή αναδεικνύεται και το όριό τους: η επιτελεστική ένταση που τις διαπερνά δεν αφήνει πάντοτε χώρο στη σιωπή να λειτουργήσει ως ενεργό δραματουργικό στοιχείο. Έτσι, η παράσταση κερδίζει σε σκηνική ενέργεια, χωρίς όμως να διατηρεί αδιάλειπτα την πυκνότητα της μπεκετικής έλλειψης.

Εν κατακλείδι

Η παράσταση του Μάκη Παπαδημητρίου πάνω στο Τέλος του Παιχνιδιού προτείνει μια συνεκτική και συνειδητή σκηνική ανάγνωση, η οποία δεν επιχειρεί να αναπαραγάγει παθητικά το μπεκετικό σύμπαν, αλλά να το μετατοπίσει προς μια πιο εμφανή θεατρική συνθήκη. Η επιλογή αυτή, υποστηριγμένη από τη λιτή αλλά αυστηρά δομημένη σκηνογραφία, τη σκληρότητα των φωτισμών και τις ρυθμικά οργανωμένες ερμηνείες, συγκροτεί έναν κόσμο που δεν σιωπά, αλλά εκτίθεται. Ωστόσο, ακριβώς μέσα σε αυτήν τη σαφή σκηνική πρόταση εντοπίζεται και το βασικό της όριο. Εκεί όπου το έργο του Samuel Beckett αντλεί τη δύναμή του από τη σιωπή, την ακινησία και τη σχεδόν ασφυκτική εμπειρία της έλλειψης, η παράσταση επιλέγει, σε κρίσιμες στιγμές, να τις υποκαταστήσει με ρυθμό και επιτέλεση. Το αποτέλεσμα δεν είναι η αποδυνάμωση του έργου, αλλά η μετατόπισή του: από τη σιωπηλή φθορά προς μια πιο ορατή σκηνική ενέργεια.

Και ίσως ακριβώς εκεί να εντοπίζεται το ουσιαστικό διακύβευμα της ανάγνωσης αυτής. Όχι στο κατά πόσο παραμένει πιστή στο μπεκετικό σύμπαν, αλλά στο πώς το επανατοποθετεί: ως ένα θέατρο που εξακολουθεί να παίζεται, ακόμη και όταν όλα έχουν ήδη τελειώσει. Ένα θέατρο που δε σιωπά, αλλά επιμένει — διακινδυνεύοντας, όμως, να χάσει μέρος από την πυκνότητα της σιωπής που το συγκροτεί.

Κριτική :Ευθύμιος Ιωαννίδης

Xαίρετε, είμαι ο Ευθύμιος, είμαι φιλόλογος και συντάκτης της πολιτιστικής ιστοσελίδας Thess culture.gr. Aγαπώ πολύ τη μουσική, τις τέχνες, την ανάγνωση και το θέατρο, ενώ συνεντεύξεις μου και κριτικές μου έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στον ηλεκτρονικό τύπο. Διαχειρίζομαι παράλληλα τις σελίδες «Ορθογραφία και ορθοέπεια», «Βιβλιοφιλία και βιβλιολογία» και υπήρξα επί πολλά έτη ενεργό μέλος και συντονιστής στις λέσχες ανάγνωσης των βιβλιοθηκών του Δήμου Κορδελιού- Ευόσμου.

Ακολουθήστε μας

https://www.facebook.com/profile.php?id=61552319949886

thessculture.gr

https://www.instagram.com

Καθώς και κανάλι στο youtube: : https://www.youtube.com/@thessculture-b4p  με ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις αλλά και ποικίλα αφιερώματα.