TOP

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΛΙΖΑ ΜΑΜΑΚΟΥΚΑ: «ΑΝΑΖΗΤΩ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗ ΤΕΧΝΗΣ»

Συνέντευξη:Ευθύμιος Ιωαννίδης

Κάποιες ιστορίες δε γράφονται για να αναπαραστήσουν την Ιστορία, αλλά για να διασώσουν τις μικρές, σχεδόν αθέατες ζωές που την διέσχισαν. Στο βιβλίο «Της γιαγιάς μου οι φιλενάδες», η Λίζα Μαμακούκα επιστρέφει σε έναν κόσμο γυναικών που έζησαν τον 20ό αιώνα όχι ως αφηρημένη αφήγηση, αλλά ως καθημερινή εμπειρία: μέσα από μετακινήσεις, απώλειες, έρωτες, προσφυγιά και μικρές πράξεις επιμονής απέναντι στις ανατροπές της εποχής τους.

Η συγγραφέας, με μια μακρά ακαδημαϊκή διαδρομή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αλλά και μια βαθιά προσωπική σχέση με τη μουσική και το θέατρο, κινείται ανάμεσα στη μνήμη και τη λογοτεχνική ανασύνθεση. Οι αφηγήσεις της αντλούν υλικό από προφορικές ιστορίες, οικογενειακές μνήμες και ιστορικά γεγονότα, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό γυναικείων βιογραφιών που εκτείνεται από τη Μικρασιατική Καταστροφή έως τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα.

Με αφορμή το νέο της βιβλίο, μιλήσαμε μαζί της για τη σχέση μνήμης και αφήγησης, για το πέρασμα από την ακαδημαϊκή έρευνα στη λογοτεχνία, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η μουσική και το θέατρο επηρεάζουν τον ρυθμό και την εσωτερική σιωπή της γραφής της.

Κυρία Μαμακούκα, στο Της γιαγιάς μου οι φιλενάδες επαναφέρετε στο φως δώδεκα γυναικείες ζωές που διασταυρώθηκαν με τις μεγάλες ιστορικές ρωγμές του 20ού αιώνα. Πότε η μνήμη έπαψε να είναι οικογενειακή αφήγηση και έγινε για εσάς λογοτεχνική αναγκαιότητα;

Νομίζω ότι αυτά τα δύο που αναφέρετε, συνυπήρξαν εξ αρχής για να γραφτεί αυτό το ιστορικό μυθιστόρημα. Δηλαδή, η οικογενειακή μνήμη τριών γενεών : της γιαγιάς μου, της μητέρας μου και τη δική μου, ήταν απαραίτητο να τροφοδοτήσει την λογοτεχνική («έκφραση» μάλλον, θα την έλεγα, παρά «αναγκαιότητα»).

Ας γίνω πιο σαφής: ο βασικός σκοπός μου ήταν να αποτίσω έναν – από καιρό οφειλόμενο – φόρο τιμής στη γιαγιά που έμενε μαζί μας και η οποία ουσιαστικά με μεγάλωσε, επειδή και οι δύο γονείς μου δούλευαν ακατάπαυστα. Θέλησα να το κάνω αυτό, όχι αφηγούμενη απευθείας τη ζωή της, αλλά ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ των βιωμάτων άλλων γυναικών που ήταν σύγχρονές της και είχαν ανάλογες, αλλά όχι απαραίτητα τις ίδιες, εμπειρίες. Μου φάνηκε πολύ πιο ενδιαφέρον αυτό από λογοτεχνική άποψη, δεδομένου ότι, μέσα από τις 12 ιστορίες που αποτελούν το βιβλίο, ο αναγνώστης μεταφέρεται στο χρόνο, χάρη στην αλληλουχία των ιστορικών γεγονότων μισού αιώνα, απ’ τη Μικρασιατική καταστροφή μέχρι και την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ταξιδεύει, εντούτοις,   και στον χώρο, μια και άλλες απ’ αυτές τις γυναίκες έζησαν στη Θεσσαλονίκη, όπως εγώ, άλλες στην Αθήνα, άλλες στην Ελληνική επαρχία (Βόλο, Λήμνο, Λάρισα, Χαλκίδα, Κοζάνη, κλπ.) κι άλλες στην Κωνσταντινούπολη, το Κάϊρο, τη Σμύρνη, τη Λευκωσία, τη Μασσαλία, κ.ά.). Επιπλέον, οι περιπέτειες που περιγράφονται στα 12 κεφάλαια -το καθένα απ’ τα οποία φέρει σαν τίτλο τ’ όνομα της πρωταγωνίστριάς του-, αν και αληθινές, έχουν ύφος άλλοτε κωμικό, άλλοτε τραγικό και συχνά κωμικοτραγικό! Αυτό προσδίδει ακόμα περισσότερο «χρώμα» και ποικιλία στην αφήγηση.

Οι ηρωίδες σας, να υπογραμμίσουμε, δεν αφηγούνται την Ιστορία από απόσταση· τη βιώνουν στο σώμα και στην καθημερινότητά τους. Πώς μετατρέπεται αλήθεια αυτή η εμπειρία σε αφήγηση δίχως να χαθεί το απόσταγμα της αλήθειας;

Είναι απόλυτα σωστή η παρατήρησή σας, εφόσον τα ιστορικά γεγονότα επηρεάζουν άμεσα τα σχέδια, τα όνειρα και την καθημερινότητα αυτών των γυναικών. Τις βλέπουμε, δηλαδή, να χάνουν βίαια τα παιδιά τους (π.χ., στην Κατοχή ή στα γεγονότα του Πολυτεχνείου), να στερούνται για χρόνια τους συντρόφους τους (λόγω των ηρωικών πράξεών τους ή των πολιτικών τους πεποιθήσεων, που τους οδηγούν στην εξορία), να χάνουν περιουσίες (λόγου χάρη, εξαιτίας της Μικρασιατικής καταστροφής ή της πολιτικής του Νάσερ στην Αίγυπτο, κ.ά.), αλλά και, αντίθετα, σε κάποιες περιπτώσεις να συνεργάζονται με τον κατακτητή ή να πλουτίζουν ως σύζυγοι μαυραγορίτη τοκογλύφου στην Κατοχή, κλπ.

Να διευκρινίσω μόνον, εδώ, μια λεπτομέρεια σχετικά με τον πολύπλοκο ρόλο του αφηγητή σ’ αυτό το μυθιστόρημα: εγώ είμαι αυτή που αφηγείται, τελικά, όσα βίωσαν οι γυναίκες αυτές, αλλά εκείνες τα έχουν αφηγηθεί προηγουμένως στη γιαγιά μουˑ εκείνη, πάλι, μετέφερε κάποια απ’ αυτά στη μητέρα μου, κι η μητέρα μου σε μένα. Γι’ αυτό κι έρχομαι τώρα ν’ απαντήσω στην πολύ ενδιαφέρουσα ερώτησή σας:  όπως είπα παραπάνω, όλες αυτές τις εμπειρίες που έζησαν οι ηρωίδες του βιβλίου, εγώ τις έμαθα «από δεύτερο χέρι», θα λέγαμε. Εφόσον τις περισσότερες απ’ τις φιλενάδες της εγώ τις γνώρισα ως παιδί, δεν ήταν δυνατόν να μου διηγηθεί τότε η γιαγιά κάποιες, ας πούμε, «πιπεράτες» λεπτομέρειες για τις ζωές τους: διαζύγια, απιστίες, χρεωκοπίες, προδοσίες, κλπ. Για να μετατραπούν, συνεπώς, αυτές οι πληροφορίες σε λογοτεχνικό έργο, χρησιμοποίησα, αφενός, μια και πρόκειται για μυθιστόρημα, τη φαντασία μου -ώστε να δημιουργηθούν σκηνές και διάλογοι μεταξύ χαρακτήρων- και αφετέρου, λεπτομερέστατη τεκμηρίωση μέσω ντοκιμαντέρ, χαρτών και Ίντερνετ σχετικά με τα πολιτικά, κοινωνικά και παγκόσμια γεγονότα, τους τόπους, τις τεχνικές λεπτομέρειες (π.χ. τις μεθόδους κατασκευής χαλιών στην Ανατολία, ποια χρόνια λειτουργούσε η Αυστριακή Εταιρεία Καπνού, το αν υπήρχε σιδηροδρομική σύνδεση την τάδε εποχή μεταξύ της τάδε και της δείνα πόλης, κλπ.), εφόσον το μυθιστόρημα αυτό είναι ιστορικό.

Αναρωτιέμαι, γράφοντας για τις φίλες της γιαγιάς σας, αισθανθήκατε ότι διασώζετε ένα παρελθόν ή ότι επαναπροσδιορίζετε και τη δική σας θέση μέσα σε αυτή τη διαγενεακή αλυσίδα;

Όχι, η θέση μου στη διαγενεακή αλυσίδα δε με απασχόλησε ποτέ. Αντίθετα η -διά μέσου των προσωπικών βιωμάτων κάποιων γυναικών- διατήρηση της συλλογικής ιστορικής μνήμης, με έμφαση στους Έλληνες της διασποράς, αυτό, ναι! Η διάσωση του παρελθόντος είναι κάτι που με απασχόλησε ιδιαίτερα κι ασχολήθηκα μ’ αυτήν με μεγάλο σεβασμό και συγκίνηση. Αν και δε μιλώ στο βιβλίο ανοιχτά και διεξοδικά για τη ζωή της ίδιας της γιαγιάς μου, μολαταύτα, και η δική της ζωή επηρεάστηκε, φυσικά, απ’ τα ιστορικά γεγονότα, μια και ο σύζυγός της ήταν στρατιωτικός γιατρός που είχε λάβει μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία το 1922 και στον πόλεμο της Αλβανίας το 1940. Επίσης, ο πρωτότοκος γιος της ήταν ανάμεσα στους Ευέλπιδες που το έσκασαν για την Κρήτη το 1941, πολέμησε εναντίον των Γερμανών εισβολέων, αιχμαλωτίστηκε, κλπ.

 Θ’ αποκαλύψω (εν μέρει) τώρα, κάτι το οποίο δε φανερώνω στις προφορικές παρουσιάσεις των βιβλίων μου: η ηρωΐδα του τελευταίου κεφαλαίου, που είναι το μακροσκελέστερο κι έχει τίτλο «Η κυρία Δωροθέα», δεν ονομάζονταν «Δωροθέα», αλλά Δέσποινα, όπως κι η γιαγιά μου! Της έδωσα άλλο όνομα για να μην μπερδεύεται ο αναγνώστης. Αυτή λοιπόν η γυναίκα, περισσότερο από οποιανδήποτε άλλη φιλενάδα της γιαγιάς μου, βίωσε άμεσα σχεδόν όλα τα σημαντικά γεγονότα εκείνης της πεντηκονταετίας που εξετάζω: καταστροφή της Σμύρνης, προσφυγιά, πόλεμο στην Αλβανία, Κατοχή, Εμφύλιο, Χούντα, εξορία του άντρα της, κλπ. Είναι, δηλαδή, το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα γυναίκας της οποίας η ζωή μπλέχτηκε άθελά της στα γρανάζια της Ιστορίας. Η κυρία αυτή ξεχωρίζει απ’ τις υπόλοιπες και γι’ άλλον ένα λόγο, αλλά αυτόν θα τον ανακαλύψει ο αναγνώστης στο Επίμετρο του μυθιστορήματος, οπότε θα μου επιτρέψετε να τον κρατήσω μυστικό!

Έπειτα από μια μακρά και σημαίνουσα ακαδημαϊκή διαδρομή, τι επέτρεψε θα λέγατε η λογοτεχνική γραφή να εκφράσετε που η επιστημονική γλώσσα αδυνατούσε ενδεχομένως να χωρέσει;

Οι δύο πολυσέλιδες μονογραφίες μου, το διδακτορικό μου, τα πολλά άρθρα μου σε περιοδικά, οι ανακοινώσεις μου σ’ επιστημονικά Συνέδρια, κλπ. αντιπροσώπευσαν ένα πολύ μικρό κομμάτι του εαυτού μου : το μυαλό και τις γνώσεις μου. Η λογοτεχνική γραφή, όπως και η επαγγελματική ενασχόλησή μου με τη μουσική και, δευτερευόντως, με το θέατρο, μου επέτρεψαν να εκφράσω την ψυχή και την ευαισθησία μου, καθώς και την αγάπη μου για την Τέχνη. Εκείνα, δηλαδή, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς μου, το πιο αυθεντικό της κομμάτι!

 Θα είχε νόημα στο σημείο αυτό να πούμε πως το πεζό σας Τα Σύρματα απέκτησε με καλλιτεχνική επιτυχία, σκηνική ζωή στο Θέατρο Sureal. Τι αλλάζει λοιπόν επί της ουσίας όταν ο λόγος παύει να είναι ανάγνωση, δε μένει στο χαρτί, αλλά μετουσιώνεται σε παρουσία, σώμα, βλέμμα;

Ήταν μια υπέροχη εμπειρία να βλέπεις τις λέξεις σου να μετουσιώνονται σε ήχο, σε κίνηση, κλπ., πολύ περισσότερο μάλλον, επειδή έπαιξα κι εγώ η ίδια σ’ αυτή την παράσταση!!! Ομολογώ ότι … μου άνοιξε την όρεξη! Θέλω να πω ότι πάρα πολλοί που διάβασαν διηγήματα ή προηγούμενα πεζά μου, καθώς κι αυτό, το νέο μου βιβλίο, μου τόνισαν πως, κυρίως χάρη στους ζωντανούς τους διαλόγους, τα γραφτά μου έχουν μία έντονη θεατρικότητα ή πως θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σαν σενάρια για ταινίες μικρού μήκους, π.χ. Οπότε, μην ξαφνιαστείτε αν κάποια στιγμή με δείτε να γράφω κανένα σενάριο ή θεατρικό έργο!

Η ενεργή σας παρουσία στο τραγούδι και στη θεατρική ερμηνεία έχει επηρεάσει θα υποστηρίζατε τον τρόπο που γράφετε; Γράφετε πλέον με μεγαλύτερη επίγνωση του ρυθμού και της σιωπής;

Σαφώς και το γεγονός ότι τραγουδούσα σε συναυλίες απ’ τα φοιτητικά μου χρόνια ως και πρόσφατα, ότι απέκτησα κιθάρα στα δεκατρία μου και ότι άρχισα μετά τα σαράντα μου μαθήματα παραδοσιακών κρουστών και τα συνέχισα για 4 χρόνια, έχει επηρεάσει τη γραφή μου. Άλλη σημαντική επιρροή είναι το γεγονός ότι παρακολούθησα επί 8 χρόνια θεατρικά εργαστήρια και σεμινάρια θεάτρου κι έχω παίξει ερασιτεχνικά κι επαγγελματικά σε κάποιες παραστάσεις. Επειδή, ωστόσο, αυτές οι καλλιτεχνικές μου εμπειρίες (για να μην πω τη λέξη «ανάγκες») προϋπήρχαν κατά πολλά χρόνια σε σχέση με τη λογοτεχνική μου ενασχόληση, θα πω ότι η γραφή μου «γεννήθηκε» μέσα από αυτές! Εννοώ ότι, αν και ανέκαθεν έγραφα καλές εκθέσεις, σκάρωνα ποιηματάκια από μικρή, κλπ., πιθανότατα δεν θα υπήρχε σήμερα η λογοτεχνική γραφή μου αν δεν υπήρχαν αυτές οι άλλες μορφές Τέχνης στη ζωή μου από τα πριν! Πιστεύω, άλλωστε, πως τα όποια βιώματα, δεξιότητες, ενδιαφέροντα, κλπ. έχει κάποιος, πάντοτε καθρεφτίζονται μέσα στη γραφή του, ακόμα κι όταν πρόκειται για επιστημονική φαντασία!

Νιώθετε ότι η γραφή, η μουσική και το θέατρο είναι διαφορετικές τέχνες ή διαφορετικοί τρόποι να διερευνήσετε το ίδιο εσωτερικό ερώτημα;

Θεωρώ ότι πρόκειται για διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας εσωτερικής ευαισθησίας, καλλιτεχνικής ανησυχίας, εκφραστικής δεξιότητας (όπως άλλωστε και η γλυπτική, η ζωγραφική και οι άλλες μορφές Τέχνης) Αλληλοσυμπληρώνονται, λοιπόν, συνυπάρχουν, και συχνά ζευγαρώνουν, όπως στη δική μου περίπτωση. Για παράδειγμα, ένα από τα επόμενα έργα μου, η συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Νότες πτερόεσσες», περιλαμβάνει 17 ιστορίες βασισμένες πάνω στην -ιερή για μένα- αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τη μουσική. Διάφορα μουσικά όργανα, από φυσαρμόνικα μέχρι πιάνο, βιολί, κιθάρα, μπουζούκι, ζουρνά, τουμπελέκι, κλπ., καθώς κι οι σχέσεις του ανθρώπου με τη μουσική και το τραγούδι, είτε ως ακροατή είτε ως ερμηνευτή, παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου, που αγάπησα ιδιαίτερα κι ελπίζω να εκδώσω σύντομα γιατί πιστεύω πως θα ενδιαφέρει πολλούς.

Για να συνδέσω, τώρα, αυτή μου την απάντηση με όσα είπα παραπάνω, ναι, θεωρώ πως ο ρυθμός και η σιωπή παίζουν τεράστιο ρόλο στα κείμενά μου, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι φτιαγμένα, θαρρείς, για να διαβάζονται μεγαλόφωνα. Αυτό γίνεται χάρη στην δομή του κειμένου και στην στίξη: δηλαδή, τις μικρές ή μεγάλες προτάσεις, τις άνω τελείες που χρησιμοποιώ πολύ για να υποδηλώσω σύντομες παύσεις, στ’ αποσιωπητικά που υπαινίσσονται τις μεγαλύτερες «σιωπές», στις αλλαγές θέματος, ή και ύφους ακόμα, τις οποίες υποδηλώνουν οι αλλαγές παραγράφου, στις επεξηγηματικές παρενθέσεις ή παύλες, που αλλάζουν τον τόνο στην αφήγηση, κλπ. Αν όλα αυτά δεν είναι «θέατρο» και «μουσική», τότε τι είναι;

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη, αν όλο το έργο σας — λογοτεχνικό και σκηνικό — συμπυκνωνόταν σε μία αναζήτηση, ποια θα αποδεχόσασταν ότι είναι αυτή;

Χαμογελώντας, θ’ απαντήσω ότι -μιμούμενη τον αρχαίο Διογένη- αναζητώ κι εγώ τον Άνθρωπο. Όχι με τη βοήθεια κάποιου λυχναριού, αλλά με τη βοήθεια της Τέχνης. Κι’ αυτό το τελευταίο το λέω με μεγάλη σοβαρότητα!

Σας ευχαριστώ πολύ για τις πολύ διεισδυτικές και πρωτότυπες ερωτήσεις σας που μου επέτρεψαν να μιλήσω για τη δουλειά μου!

Ευχαριστώ πολύ τη Λίζα Μαμακούκα για την προσήνειά της και της εύχομαι από καρδιάς να είναι γερή και να μας κεντρίζει με τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες.

Συνέντευξη:Ευθύμιος Ιωαννίδης

Xαίρετε, είμαι ο Ευθύμιος, είμαι φιλόλογος και συντάκτης της πολιτιστικής ιστοσελίδας Thess culture.gr. Aγαπώ πολύ τη μουσική, τις τέχνες, την ανάγνωση και το θέατρο, ενώ συνεντεύξεις μου και κριτικές μου έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στον ηλεκτρονικό τύπο. Διαχειρίζομαι παράλληλα τις σελίδες «Ορθογραφία και ορθοέπεια», «Βιβλιοφιλία και βιβλιολογία» και υπήρξα επί πολλά έτη ενεργό μέλος και συντονιστής στις λέσχες ανάγνωσης των βιβλιοθηκών του Δήμου Κορδελιού- Ευόσμου.

Ακολουθήστε μας

https://www.facebook.com/profile.php?id=61552319949886

thessculture.gr

https://www.instagram.com

Καθώς και κανάλι στο youtube: : https://www.youtube.com/@thessculture-b4p  με ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις αλλά και ποικίλα αφιερώματα.