ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ «ΝΕΚΥΙΑ 20 kg» ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗΣ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΗ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ (ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ)
Κριτική: Ευθύμιος Ιωαννίδης
Ποιος είναι ο Σάκης Σερέφας
Ο Σάκης Σερέφας γεννήθηκε το 1960 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε Μεσαιωνική και Νέα Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έχει αναπτύξει μια εκτενή και πολυσχιδή συγγραφική παρουσία, με περισσότερα από εβδομήντα βιβλία που εκτείνονται στην ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο, τις μελέτες και τη λογοτεχνία για παιδιά. Το έργο του έχει τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις: το θεατρικό του «Μαμ» απέσπασε το Βραβείο Νεοελληνικού Έργου «Κάρολος Κουν» (2007), η «Αποστολή στον πλανήτη Γη» τιμήθηκε με το Βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού, ενώ το έργο «Χέρια» διακρίθηκε στον διεθνή διαγωνισμό του Φεστιβάλ Αναλόγιο (2021). Παράλληλα, το έργο του «Θα σε πάρει ο δρόμος» συμπεριλήφθηκε σε κατάλογο σύγχρονων ευρωπαϊκών θεατρικών έργων της European Theatre Convention.
Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε σημαντικούς θεσμούς, όπως το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, καθώς και σε φεστιβαλικά και διεθνή περιβάλλοντα. Η συγγραφική του δραστηριότητα επεκτείνεται και στη λογοτεχνία για παιδιά, όπου έχει επίσης τιμηθεί με κρατικά βραβεία. Η γραφή του διακρίνεται για τη θεματική επιμονή στη μνήμη, τον τόπο και το βίωμα, καθώς και για έναν δραματουργικό ρυθμό που αποφεύγει την κορύφωση και προκρίνει τη θραυσματικότητα και την επαναληπτικότητα ως βασικούς τρόπους έκφρασης.

Υπόθεση
Το έργο «Νέκυια 20 kg» αντλεί τον τίτλο και τον βασικό του άξονα από τη ραψωδία λ της Οδύσσειας, ωστόσο εδώ η «κάθοδος» μετατοπίζεται από το επικό στο προσωπικό επίπεδο. Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο πρόσωπα, η κυρία Νίκη και ο κύριος Αντώνης, οι οποίοι συνομιλούν, ανακαλούν και επαναφέρουν στιγμές από το παρελθόν, επιχειρώντας να διατηρήσουν έναν διάλογο σε εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με τους απόντες της ζωής τους. Η δράση δεν εξελίσσεται με όρους γεγονότων, αλλά μέσα από τη σταδιακή ανάδυση μνήμης. Το παρελθόν δεν αφηγείται γραμμικά, αλλά εμφανίζεται αποσπασματικά, μέσα από επαναλήψεις, μικρές αφηγήσεις και μετατοπίσεις τόνου — από τη συγκίνηση στο χιούμορ και από την αφήγηση στη σιωπή. Τα «20 κιλά» λειτουργούν ως μέτρο ενός εσωτερικού βάρους: του φορτίου που φέρει το υποκείμενο όταν επιχειρεί να επαναπροσεγγίσει αυτό που έχει χαθεί. Το έργο δεν καταλήγει σε λύση ή κάθαρση, αλλά παραμένει σε μια συνθήκη εκκρεμότητας, όπου η απουσία δεν αίρεται, αλλά παραμένει ενεργή μέσα στη μνήμη.

Το έργο
Στη «Νέκυια 20 kg», ο Σάκης Σερέφας απομακρύνεται από τη λογική της γραμμικής αφήγησης και συγκροτεί ένα δραματουργικό περιβάλλον όπου η απώλεια λειτουργεί ως ήδη εγκατεστημένη συνθήκη. Η δράση ως εκ τούτου δεν εξελίσσεται με όρους γεγονότων, αλλά οργανώνεται θα λέγαμε γύρω από την επαναφορά της μνήμης και την αδυναμία της να συγκροτηθεί σε ολοκληρωμένη αφήγηση.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η κυρία Νίκη και ο κύριος Αντώνης, δύο πρόσωπα που φέρουν διαφορετικές εκδοχές απώλειας. Η Νίκη, πρώην φύλακας νεκροταφείου, διατηρεί μια άμεση σχέση με τον χώρο του θανάτου, ενώ ο Αντώνης, πρόσφυγας και χήρος, ενσωματώνει μια εμπειρία απώλειας που είναι ταυτόχρονα προσωπική και ιστορική. Η μεταξύ τους συνάντηση δεν οδηγεί σε εξέλιξη, αλλά σε επανάληψη: ο λόγος τους επιστρέφει, διακόπτεται και αναδιατυπώνεται, χωρίς να καταλήγει σε οριστική μορφή.
Στο κέντρο της δραματουργίας βρίσκονται οι απόντες — η Κατερίνα και η Ευδοκία — οι οποίοι δεν εμφανίζονται ως πλήρεις παρουσίες, αλλά λειτουργούν ως ενεργές απουσίες που καθορίζουν τον λόγο και τη στάση των προσώπων. Ιδίως η Κατερίνα, μέσα από υπαινιγμούς που παραπέμπουν σε μια σταδιακή σωματική φθορά, συνδέεται με έναν θάνατο που εκτυλίχθηκε στον χρόνο, γεγονός που ενισχύει την παρουσία της ως σκιάς — ως μορφής που βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο καθεστώς μεταξύ παρουσίας και απουσίας.
Η σκηνή της Νέκυιας αποτελεί το δραματουργικό κέντρο του έργου. Οι νεκροί εμφανίζονται ως σκιές, κινούμενοι κυκλικά, σε μια τελετουργική διάταξη που αποκλείει τη ζωντανή παρουσία. Η κυρία Νίκη αναγνωρίζει την κόρη της, αλλά δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί της· η φωνή δεν ενεργοποιείται και η σχέση δεν αποκαθίσταται. Η Νέκυια επομένως δεν ολοκληρώνεται.
Σε αντίθεση πιο συγκεκριμένα με το ομηρικό πρότυπο, όπου η τελετουργία επιτρέπει την πρόσκαιρη επικοινωνία με τους νεκρούς, εδώ η διαδικασία αποτυγχάνει: οι μορφές εμφανίζονται, αλλά δεν ανταποκρίνονται. Το κρίσιμο συνεπώς στοιχείο δεν είναι η απουσία τους, αλλά η αδυναμία επανασύνδεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η σκηνή μπορεί να ιδωθεί και ως απόπειρα συνάντησης με αυτό που, στη γιουνγκιανή σκέψη, ονομάζεται «Σκιά» — τα μη ενσωματωμένα στοιχεία της εμπειρίας, το τραύμα που δεν έχει μετασχηματιστεί σε συνείδηση. Οι νεκροί λειτουργούν ούτω ως φορείς αυτών των περιεχομένων, χωρίς όμως η συνάντηση να οδηγεί σε ενσωμάτωση. Το υποκείμενο βλέπει, αλλά δε μετασχηματίζεται.
Παράλληλα, η ονοματοδοσία των προσώπων ενισχύει αυτήν τη δραματουργική συνθήκη. Η «Νίκη», με τη φαινομενική της συνάφεια προς την έννοια της επικράτησης, λειτουργεί ειρωνικά, ενώ η ηχητική της εγγύτητα με τη «Νέκυια» υποδηλώνει μια ήδη εγγεγραμμένη σχέση με τον κόσμο των νεκρών. Ο «Αντώνης», όνομα λατινικής προέλευσης με αβέβαιη ετυμολογία, εντάσσεται στο πεδίο του οικείου, λειτουργώντας ως φορέας μιας εμπειρίας που δεν εξαιρείται, αλλά γενικεύεται. Αντίστοιχα, τα ονόματα των απόντων προσώπων δε λειτουργούν τυχαία. Η «Κατερίνα», ειδικότερα παρά την καθιερωμένη —και πιθανώς παρετυμολογική— σύνδεσή της με την έννοια του «καθαρού», φέρει εδώ μια ειρωνική διάσταση, καθώς συνδέεται με ένα σώμα που φθείρεται και αποσύρεται. Η «Ευδοκία», όνομα που σημασιολογικά παραπέμπει στην εύνοια ή στην αποδοχή, αντιπαρατίθεται με την εμπειρία της απώλειας, αποκτώντας μια σιωπηλή, σχεδόν αντιστικτική λειτουργία μέσα στο έργο.
Ο τίτλος «20 κιλά» συμπυκνώνει αυτήν τη συνθήκη. Δε δηλώνει ένα μετρήσιμο μέγεθος, αλλά ένα βάρος που δεν απομακρύνεται — το βάρος της μνήμης και της απώλειας, το οποίο δεν οδηγεί σε κάθαρση, αλλά σε παρατεταμένη εκκρεμότητα. Έτσι, το έργο δεν εστιάζει στον θάνατο ως γεγονός, αλλά στη διάρκειά του: στον τρόπο με τον οποίο η απώλεια παραμένει ενεργή, χωρίς να μετασχηματίζεται σε ολοκληρωμένη εμπειρία.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία της Ανδρομάχης Χρυσομάλη επιλέγει συνειδητά να κινηθεί σε ένα πεδίο αυστηρής λιτότητας, όχι ως αισθητική οικονομία, αλλά ως ερμηνευτική θέση. Αντί να επιχειρεί να «γεμίσει» τις σιωπές του έργου, τις διατηρεί και τις αναδεικνύει, επιτρέποντας στο κείμενο να αναπνεύσει μέσα από τις παύσεις, τις επαναλήψεις και τις ασυνέχειες του λόγου. Η σκηνοθετική γραμμή δεν αναζητά συνεπώς κορυφώσεις, αλλά επιμένει στη διάρκεια, ενισχύοντας την αίσθηση της εκκρεμότητας που κεντά τη δραματουργία.
Ο σκηνικός χώρος, σε σχεδιασμό της ίδιας, δε λειτουργεί ως εκ τούτου ως αναπαράσταση ενός συγκεκριμένου τόπου, αλλά ως πεδίο εγγραφής της μνήμης. Η αποσπασματικότητα των σκηνικών στοιχείων δε δηλώνει απλώς λιτότητα, αλλά συγκροτεί έναν χώρο όπου το παρόν και το παρελθόν συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Το σκηνικό δεν «περιβάλλει» τη δράση· την απογυμνώνει, αφήνοντας εκτεθειμένη τη δραματουργική της συνθήκη.
Στην ίδια λογική κινούνται και τα κοστούμια, τα οποία αποφεύγουν τη σαφή χρονική ή κοινωνική σήμανση. Η επιλογή αυτή δεν ουδετεροποιεί τα πρόσωπα, αλλά τα μετατοπίζει από το επίπεδο του ρεαλιστικού χαρακτήρα σε εκείνο του φορέα εμπειρίας, ενισχύοντας τη λειτουργία τους ως μορφών που κινούνται ανάμεσα στο προσωπικό και στο συλλογικό.
Η μουσική της Χρύσας Γούτα δεν επενδύει συναισθηματικά τη δράση, αλλά λειτουργεί υποδόρια, σχεδόν ως ηχητικό ίχνος. Αντί να καθοδηγεί την πρόσληψη, συνοδεύει διακριτικά τις μετατοπίσεις του σκηνικού χρόνου, διατηρώντας την αίσθηση μιας εσωτερικής συνέχειας.
Η κίνηση, σε επιμέλεια του Δημήτρη Σωτηρίου, αποφεύγει την εκφραστικότητα και επιλέγει τη συγκράτηση. Τα σώματα δεν «ερμηνεύουν»· επιμένουν. Η επαναληπτικότητα και η κυκλική διάταξη, ιδιαίτερα στη σκηνή της Νέκυιας, δε λειτουργούν ως αισθητικό σχήμα, αλλά ως σκηνική αποτύπωση μιας εμπειρίας που δεν εξελίσσεται, αλλά επανέρχεται.

Καθοριστική είναι αναμφίβολα και η συμβολή των φωτισμών της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη, οι οποίοι δεν υπηρετούν απλώς την ορατότητα, αλλά συγκροτούν το ίδιο το πεδίο της εμφάνισης. Το φως δεν αποκαλύπτει πλήρως, αλλά οριοθετεί, αφήνοντας τμήματα του σκηνικού χώρου στη σκιά. Ιδίως στη σκηνή της Νέκυιας, η χρήση του φωτός ενισχύει τη μεταιχμιακή κατάσταση των μορφών: οι νεκροί δεν παρουσιάζονται ως πλήρεις παρουσίες, αλλά ως ασταθείς, σχεδόν φευγαλέες μορφές, υπογραμμίζοντας την αδυναμία της συνάντησης.
Συνολικά, η παράσταση δεν επιδιώκει να ερμηνεύσει το έργο μέσα από εξωτερικές προσθήκες, αλλά να ευθυγραμμιστεί με τον εσωτερικό του μηχανισμό. Η σκηνοθετική πρόταση παραμένει συνεπής προς τη δραματουργία, αναδεικνύοντας τη σιωπή, το κενό και την επαναληπτικότητα όχι ως έλλειψη, αλλά ως βασικές συνθήκες νοήματος.
Οι ερμηνείες
Οι ερμηνείες κινούνται σε πλήρη συντονισμό με τη σκηνοθετική γραμμή, επιλέγοντας μια εσωτερική και συγκρατημένη υποκριτική προσέγγιση, που αναδεικνύει τη λεπτότητα του κειμένου. Αντί για εξωστρεφείς κορυφώσεις, οι ηθοποιοί επενδύουν στη ρυθμική ακρίβεια, στις παύσεις και στη σταδιακή συσσώρευση, επιτρέποντας στη μνήμη και στην απώλεια να αποτυπωθούν με διακριτικότητα.
Η Πελαγία Αγγελίδου, στον ρόλο της κυρίας Νίκης, αποδίδει με ευαισθησία τη σύνθετη αυτή μορφή, ισορροπώντας ανάμεσα στην εγρήγορση και στην ευθραυστότητα. Η ερμηνεία της διακρίνεται για την εσωτερική της ένταση, που εκδηλώνεται μέσα από μικρές, αλλά ουσιαστικές μετατοπίσεις στον τόνο και στον ρυθμό. Ιδίως στη σκηνή της Νέκυιας, η παρουσία της αποκτά ιδιαίτερη πυκνότητα, αποδίδοντας με ακρίβεια τη στιγμή της αναγνώρισης χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές.
Ο Τάσος Παλαντζίδης, ως κύριος Αντώνης, συγκροτεί μια σταθερή και συγκρατημένη ερμηνευτική γραμμή, που λειτουργεί υποστηρικτικά και συμπληρωματικά προς εκείνη της Νίκης. Η εκφορά του λόγου του χαρακτηρίζεται από ηρεμία και μέτρο, αποδίδοντας μια μορφή που φέρει την εμπειρία της απώλειας χωρίς εξάρσεις, αλλά με σταθερότητα και βάθος.
Η Μάρα Μαλγαρινού (κυρία Νίκη – νέα) και ο Δημήτρης Καραγιάννης (κύριος Αντώνης – νέος) συμβάλλουν ουσιαστικά στη σκηνική σύνθεση, ενισχύοντας τη διάχυση του χρόνου και τη συνύπαρξη διαφορετικών χρονικών επιπέδων. Οι παρουσίες τους δεν λειτουργούν απλώς ως αναδρομές, αλλά ως ζωντανά ίχνη του παρελθόντος που συνδιαμορφώνουν το παρόν της σκηνής.
Η Αγγελική Κιντώνη, ως Κατερίνα, και η Ζωή Ευθυμίου, ως Ευδοκία, συγκροτούν διακριτικές αλλά ουσιαστικές παρουσίες, που κινούνται στο όριο μεταξύ ορατού και άυλου. Οι ερμηνείες τους αποφεύγουν τη ρεαλιστική αποτύπωση και εντάσσονται οργανικά στη σκηνική συνθήκη της μνήμης, προσδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη σκηνή της Νέκυιας.
Οι συμμετοχές των Ιωάννη Κονιδάκη και Αλέξανδρου Τσακιρίδη ενισχύουν τη συνολική σκηνική εικόνα, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της τελετουργικής διάστασης της παράστασης.
Συνολικά, οι ερμηνείες συγκροτούν ένα συνεκτικό σύνολο, που υπηρετεί με συνέπεια τη δραματουργία του έργου, αναδεικνύοντας τη σιωπή, την επανάληψη και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην παρουσία και στην απουσία.

Εν κατακλείδι
Η «Νέκυια 20 kg» του Σάκη Σερέφα συγκροτεί ένα δραματουργικό και σκηνικό σύμπαν που δεν επιδιώκει την εκτόνωση, αλλά την παραμονή. Η απώλεια δεν παρουσιάζεται ως γεγονός που ανήκει στο παρελθόν, αλλά ως ενεργή συνθήκη που διαπερνά το παρόν και διαμορφώνει τη στάση των προσώπων.
Η σκηνοθετική προσέγγιση της Ανδρομάχης Χρυσομάλη, σε πλήρη συνομιλία με το κείμενο, επιλέγει τη λιτότητα όχι ως περιορισμό, αλλά ως συνειδητή ερμηνευτική στάση. Μέσα από τη σιωπή, την επανάληψη και τη συγκράτηση, η παράσταση αναδεικνύει τη δυσκολία —ή και την αδυναμία— ολοκλήρωσης της εμπειρίας της απώλειας. Οι ερμηνείες, ενταγμένες σε αυτή τη γραμμή, δεν επιδιώκουν την εξωστρέφεια, αλλά αποδίδουν με ακρίβεια τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην παρουσία και στην απουσία.
Η σκηνή της Νέκυιας λειτουργεί ως κεντρικός πυρήνας αυτής της εμπειρίας. Οι νεκροί εμφανίζονται, αλλά δεν ανταποκρίνονται· η αναγνώριση δεν οδηγεί σε συνάντηση. Και μέσα σε αυτή την ασυνέχεια καθίσταται εναργές ότι η απώλεια δεν αίρεται ούτε μετασχηματίζεται πλήρως, αλλά παραμένει ενεργή, εγγεγραμμένη στη μνήμη και στο σώμα.
Υπό αυτή την έννοια, το έργο δεν αφορά την επιστροφή των νεκρών, αλλά τη συνύπαρξη των ζωντανών με ό,τι δεν μπορεί να επιστρέψει. Η «Νέκυια» εδώ δεν οδηγεί σε γνώση ή κάθαρση, αλλά σε μια παρατεταμένη εμπειρία εκκρεμότητας, όπου η μνήμη δε λυτρώνει, αλλά επιμένει. Τα «20 κιλά» δεν αποτελούν μέτρο, αλλά συνθήκη: το βάρος αυτού που δε μετακινείται, που δεν επιλύεται, που παραμένει.
Και ίσως τελικά αυτό είναι που απομένει από την παράσταση — όχι μια απάντηση, αλλά μια επίμονη παρουσία αυτού που δεν ολοκληρώνεται, αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας, ως ίχνος.
Κριτική :Ευθύμιος Ιωαννίδης
Xαίρετε, είμαι ο Ευθύμιος, είμαι φιλόλογος και συντάκτης της πολιτιστικής ιστοσελίδας Thess culture.gr. Aγαπώ πολύ τη μουσική, τις τέχνες, την ανάγνωση και το θέατρο, ενώ συνεντεύξεις μου και κριτικές μου έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στον ηλεκτρονικό τύπο. Διαχειρίζομαι παράλληλα τις σελίδες «Ορθογραφία και ορθοέπεια», «Βιβλιοφιλία και βιβλιολογία» και υπήρξα επί πολλά έτη ενεργό μέλος και συντονιστής στις λέσχες ανάγνωσης των βιβλιοθηκών του Δήμου Κορδελιού- Ευόσμου.

Ακολουθήστε μας
Καθώς και κανάλι στο youtube: : https://www.youtube.com/@thessculture-b4p με ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις αλλά και ποικίλα αφιερώματα.