ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ “ΡΟΖΑ ΕΣΚΕΝΑΖΥ” ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΝΤΩΝΗ ΛΟΥΔΑΡΟΥ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΟΦΟΥΛΗ
Κριτική: Ευθύμιος Ιωαννίδης
Η βιογραφία επί σκηνής είναι πάντοτε ένα ρίσκο. Ανάμεσα στη νοσταλγία και τη μυθοποίηση, η θεατρική πράξη συχνά εγκλωβίζεται στην αναπαράσταση, ιδίως όταν το πρόσωπο που πραγματεύεται έχει ήδη εγγραφεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο και έχει μετατραπεί σε πολιτισμικό σύμβολο. Στην περίπτωση βέβαια της Ρόζα Εσκενάζυ, το διακύβευμα καθίσταται ακόμη πιο σύνθετο: όχι μόνο γιατί η φωνή και η διαδρομή της έχουν εντυπωθεί στη συλλογική μνήμη, αλλά πρωτίστως διότι κάθε σκηνική απόπειρα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στον θρύλο και στο ανθρώπινο σώμα που τον γέννησε.
Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά τόσο το ποια ήταν η Ρόζα, όσο το πώς μπορεί να υπάρξει σήμερα επί σκηνής: ως ιστορική μορφή, ως μουσικός μύθος ή ως γυναίκα που κουβαλά στο σώμα της σαν άλλος Σίσσυφος τον βράχο της μνήμης που συντίθεται από την ξενιτιά, τους έρωτες, την απώλεια και την άρρητη ψυχική ανθεκτικότητα; Η παράσταση «Ρόζα Εσκενάζυ – Η Βασίλισσα του Ρεμπέτικου» επιλέγει συνειδητά την τρίτη διαδρομή, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την εγκυκλοπαιδική αφήγηση στη βιωμένη εμπειρία· από τη χρονολογική καταγραφή στη σκηνική αναμέτρηση με τη φθορά, την έκθεση και την επιβίωση. Και αυτή η επιλογή μετατοπίζει το βάρος από το βιογραφικό γεγονός στη ζωντανή εμπειρία του θεάτρου.

Αυτή δε, η επιλογή καθορίζει εξαρχής και τη σκηνική γλώσσα της παράστασης. Το έργο του Παναγιώτη Μέντη δεν οργανώνεται ωσαύτως ως γραμμική βιογραφία, αλλά ως ακολουθία μνημονικών θραυσμάτων: στιγμές από τη ζωή της Ρόζας, οι έρωτες που τη σημάδεψαν, οι οικογενειακές ρωγμές, η εμπειρία της ξενιτιάς και της διαρκούς μετακίνησης, επιστρέφουν, κυκλώνουν την πρωταγωνίστρια όχι για να εξοριστούν στις σπηλιές της λήθης, αλλά για να βιωθούν εκ νέου. Η αφήγηση λειτουργεί ως εκ τούτου κυκλικά, με επαναλήψεις και παύσεις, σαν η μνήμη να αρνείται να προχωρήσει ευθύγραμμα και να επιμένει να χαραχτεί σε όσα δεν έχουν ποτέ πλήρως ειπωθεί.
Πάνω σε αυτή λοιπόν τη δραματουργική λογική οικοδομείται η σκηνοθεσία του Αντώνη Λουδάρου, η οποία επιλέγει συνειδητά την αφαίρεση και τον εσωτερικό ρυθμό. Η σκηνική δράση δεν επιδιώκει ως εκ τούτου την εντυπωσιακή αναπαράσταση εποχών ή τόπων, αλλά οργανώνεται γύρω από μικρές μετατοπίσεις, παύσεις και σιωπές. Το πάλκο λειτουργεί ως τόπος δημόσιας έκθεσης και δύναμης, ενώ οι στιγμές εκτός αυτού αποκαλύπτουν τη γυναίκα πίσω από τη φωνή: ευάλωτη, κουρασμένη, συχνά μόνη. Η σκηνή λειτουργεί ως μεταβατικός τόπος: πάλκο, δρόμος, λιμάνι, προσφυγικός χώρος, όλα συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Αυτή η επιλογή είναι κρίσιμη, γιατί μετατοπίζει το βάρος από την αναπαράσταση στην εμπειρία. Δε «βλέπουμε» τη ζωή της Ρόζας· τη διασχίζουμε μαζί της (Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Νέα Υόρκη, Αθήνα). Η σκηνοθετική γραμμή αποφεύγει τον μελοδραματισμό και εμπιστεύεται τη λιτότητα ως φορέα συγκίνησης, επιτρέποντας στη μνήμη να αναδυθεί χωρίς επιβολή. Ο Λουδάρος δε δραματοποιεί υπερβολικά τις σχέσεις της Ρόζας. Αφήνει τα συναισθήματα να αναδυθούν με φυσικό τρόπο, μέσα από τον λόγο, τη σιωπή και τη στάση του σώματος. Οι κορυφώσεις δεν επιδεικνύονται· υπονοούνται. Γι’ αυτό οι ερωτικές απογοητεύσεις και οι οικογενειακές αποστάσεις αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα: ακριβώς επειδή δεν κραυγάζουν, γίνονται πιο αληθινές και βαθιές. Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η διαχείριση της ακινησίας. Ο Λουδάρος γνωρίζει πότε να «κρατήσει» τη δράση και πότε να την αφήσει να ξεσπάσει. Υπάρχουν στιγμές όπου η σκηνή μοιάζει να παγώνει, αφήνοντας τη φωνή ή το βλέμμα να αφηγηθούν όσα δε λέγονται. Αυτή η επιλογή προσδίδει βάθος και αποτρέπει την παράσταση από το να μετατραπεί σε απλή αλληλουχία επεισοδίων. Η συγκίνηση προκύπτει από την εγκράτεια· οι παύσεις δεν είναι απλώς διάλειμμα αλλά σημεία νοηματικής συμπύκνωσης. Η σκηνοθετική προσέγγιση ενισχύει τη διαφορά ανάμεσα στη δημόσια περσόνα και στην ιδιωτική γυναίκα, καθιστώντας την κάθε σκηνή φορτισμένη με νόημα.

Στο κέντρο αυτής της σκηνικής πρότασης βρίσκεται αναμφήριστα η ερμηνεία της Παυλίνας Χαρέλα, η οποία δεν προσεγγίζει τη Ρόζα ως μιμητικό πορτρέτο αλλά ως σώμα που φέρει εμπειρία∙ χτίζει λοιπόν μια Ρόζα που κουβαλά το σώμα της ιστορίας της: το βλέμμα βαραίνει, η κίνηση λιγοστεύει, αλλά η παρουσία πυκνώνει. Πρόκειται για μια ερμηνεία που εμπιστεύεται τη σιωπή όσο και τον λόγο. Η ερμηνεία της δομείται πάνω στη λεπτομέρεια και στη σταδιακή εσωτερική μετατόπιση: το σώμα βαραίνει με τον χρόνο, οι κινήσεις γίνονται οικονομικότερες, το βλέμμα συχνά αποσύρεται προτού επιστρέψει στο κοινό. Η φωνή της, χαμηλών τόνων και ελεγχόμενη, αποφεύγει τις εξάρσεις· οι λέξεις αρθρώνονται σαν να κουβαλούν κόπο και μνήμη. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι παύσεις της — όχι ως τεχνικά διαλείμματα, αλλά ως σημεία όπου η αφήγηση σπάει και αποκαλύπτεται η ρωγμή. Εκεί, η Ρόζα δεν «αφηγείται» πια· απλώς υπάρχει. Η Χαρέλα ενσαρκώνει τη Ρόζα με εσωτερική ένταση και αξιοσημείωτη ισορροπία. Δεν τη μιμείται· την κατοικεί. Το σώμα της λειτουργεί ως αρχείο μνήμης: αρχικά ελαφρύ, με ρευστότητα και προωθητική ορμή, σταδιακά βαραίνει· ώμοι χαμηλώνουν, παύσεις επιμηκύνονται, βλέμμα αποσύρεται πριν επιστρέψει. Η φωνητική εκφορά ελεγχόμενη, με χαμηλές δυναμικές, αφήνει τις λέξεις να σπάνε φυσικά, δημιουργώντας αίσθηση βιωμένου λόγου. Η σιωπή γίνεται τόπος έντασης και τραύματος· η συγκίνηση αναδύεται χωρίς εκβιαστικά συναισθηματικά τεχνάσματα. Ακόμη πιο ουσιαστική είναι η διαχείριση του βλέμματος. Σε κομβικές στιγμές, η ταλαντούχα ηθοποιός διαπερνά τον τέταρτο τοίχο χωρίς να τον καταργεί. Το βλέμμα της συναντά το κοινό όχι ως έκκληση επιδοκιμασίας, αλλά ως σιωπηλή συνενοχή. Η Ρόζα δε ζητά να την καταλάβουμε· μας καλεί να αντέξουμε μαζί της τη μνήμη. Η σχέση με το κοινό είναι αυθεντική: η Χαρέλα διεκδικεί προσοχή και εστίαση, όχι συμπάθεια. Μεταβαίνει με περισσή δεξιοτεχνία από την εύθραυστη νεότητα στη σκληρυμένη εμπειρία της ωριμότητας χωρίς σχηματικές υπερβολές, αποδίδοντας μια γυναίκα που γνώρισε τη δόξα, την περιθωριοποίηση, τον έρωτα και την απώλεια, χωρίς ποτέ να απολέσει το βλέμμα της απέναντι στη ζωή.
Κομβικό δραματουργικό βάρος φέρει, ωστόσο και η φωνητική παρουσία της Αποστολία Γκούτη. Η ερμηνεία της δε στηρίζεται στην εξωτερική μίμηση της Ρόζας Εσκενάζυ, αλλά σε μια τεχνικά στέρεη και εκφραστικά ευφυή ανάγνωση του ρεμπέτικου ύφους. Παράλληλα, η μουσική λειτουργεί όχι ως συνοδευτικό στοιχείο αλλά ως ζωντανός δραματουργικός άξονας. Η Αποστολία Γκούτη ερμηνεύει τα τραγούδια επί σκηνής με φωνητική καθαρότητα, τεχνική ακρίβεια και ουσιαστικό συναισθηματικό έλεγχο, αποφεύγοντας κάθε μιμητισμό της ίδιας της Ρόζας. Η φωνή της δεν αναπαράγει τον θρύλο· τον μεταφράζει στο παρόν, αφήνοντας χώρο στη φθορά, στην ανάσα, στη ρωγμή. Κάθε τραγούδι λειτουργεί ως στάση μνήμης, ως σχόλιο πάνω στη σκηνική δράση και όχι ως αυτόνομο μουσικό «νούμερο». Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η φρασεολογία: οι παύσεις, οι μικρές καθυστερήσεις, τα «σπασίματα» στον τονισμό λειτουργούν ως αφηγηματικές χειρονομίες, όχι ως επιδείξεις ύφους. Έτσι, κάθε τραγούδι γίνεται σκηνικός μονόλογος, φορτισμένος συναισθηματικά αλλά ποτέ υπερβολικός.
Οι μουσικοί επί σκηνής, Γιώργος Ματθαίου (λαούτο, κιθάρα) και Γιώργος Ψάλτης (βιολί), δεν στέκονται στο περιθώριο της παράστασης. Η παρουσία τους είναι οργανική και σκηνικά ενεργή. Ο ήχος τους, λιτός και ουσιαστικός, συνομιλεί με την ερμηνεία, άλλοτε στηρίζοντάς την και άλλοτε αντιπαρατιθέμενος σε αυτήν. Το βιολί προσδίδει έναν σχεδόν θρηνητικό τόνο, ενώ οι χορδές αγκυρώνουν ρυθμικά τη δράση, μετατρέποντας τη μουσική σε φορέα αφήγησης και όχι απλώς σε συναισθηματικό υπόβαθρο. Η ζωντανή ορχήστρα δεν περιορίζεται σε συνοδευτικό ρόλο· αποτελεί δραματουργικό εταίρο. Οι μουσικοί επί σκηνής διαμορφώνουν έναν ήχο διαφανή αλλά γεμάτο εσωτερική ένταση. Το παίξιμό τους αποφεύγει τον εξωραϊσμό: κρατά την τραχύτητα του ρεμπέτικου, την ελαφρά αστάθεια που το καθιστά ανθρώπινο. Οι μικροτονικές αποχρώσεις στο βιολί και η ρυθμική αγκύρωση της κιθάρας/λαούτου χτίζουν ένα ηχητικό τοπίο που συνομιλεί συνεχώς με τη σκηνική δράση.

Σημαντικό είναι και το πώς η μουσική αναπνέει με την αφήγηση: άλλοτε υποχωρεί για να αφήσει χώρο στη σιωπή, άλλοτε προωθεί τη δράση με ρυθμική επιμονή. Αυτή η αμοιβαιότητα λόγου–φωνής–ορχήστρας καθιστά την παράσταση μια ενιαία εμπειρία ακρόασης, όπου το ρεμπέτικο δε λειτουργεί ως αναφορά στο παρελθόν, αλλά ως παρόν που πάλλεται. Με αυτή την έννοια, η επιτυχία της παράστασης οφείλεται σε μια σπάνια ισορροπία: τεχνική αρτιότητα χωρίς επιτήδευση, σεβασμός στην παράδοση χωρίς μουσειακή ακινησία. Η φωνή και οι μουσικοί δεν «ντύνουν» την ιστορία της Ρόζας· την αφηγούνται μαζί της.
Η σκηνογραφία της Ειρήνης Παπιδά λειτουργεί ως αρχιτεκτονική της μνήμης και όχι ως ρεαλιστικό περιβάλλον. Τα σκηνικά αντικείμενα —οι βαλίτσες στη δεξιά πλευρά της σκηνής, το ανάκλιντρο που δεσπόζει στο κέντρο της σκηνής, τα φωτιστικά και το κομοδίνο στα αριστερά— δεν υπάρχουν διακοσμητικά αλλά δραματουργικά. Οι βαλίτσες παραμένουν διαρκώς παρούσες, υπενθυμίζοντας τη ζωή της Ρόζας ως μόνιμη εκκρεμότητα: ξενιτιά, μετακινήσεις, σχέσεις χωρίς σταθερό έδαφος. Το ανάκλιντρο λειτουργεί ως αντίστιξη στο πάλκο· αν το πάλκο είναι ο τόπος της δημόσιας έκθεσης, το ανάκλιντρο γίνεται ο χώρος της κατάρρευσης, της ανάπαυσης, της γήρανσης. Εκεί το σώμα της ηρωίδας βαραίνει, οι κινήσεις ελαχιστοποιούνται και η μνήμη αποκτά σωματικό βάρος. Τα φωτιστικά, τέλος, δημιουργούν μια αμφίσημη ατμόσφαιρα οικειότητας και τεχνητής λάμψης, σαν καμαρίνι που είναι ταυτόχρονα καταφύγιο και τόπος έκθεσης. Έτσι, ο σκηνικός χώρος δεν «αφηγείται» τη ζωή της Ρόζας· την κουβαλά. Τα κοστούμια του Αντώνης Λουδάρου από την άλλη δεν περιορίζονται σε εποχιακή αναπαράσταση· αποτυπώνουν τις ψυχικές και σωματικές μεταβάσεις της ηρωίδας, ενώ ο σχεδιασμός τους επιτρέπει ελευθερία κινήσεων, ενισχύοντας το σκέρτσο και τα νάζια της Ρόζας.
Τη σκηνογραφική αυτή πρόταση συμπληρώνουν βεβαίως καθοριστικά οι φωτισμοί του Ανέστη Ατακτίδη, οι οποίοι δε λειτουργούν απλώς ως τεχνικό μέσο αλλά ως αφηγηματικός μηχανισμός. Τα θερμά φώτα που λούζουν το πάλκο δημιουργούν στιγμές λάμψης και δημόσιας επιβεβαίωσης, ενώ οι ψυχρότερες, πλάγιες δέσμες αποκαλύπτουν τη μοναξιά και την εσωτερική απογύμνωση της ηρωίδας. Συχνά, το πρόσωπο της Ρόζας φωτίζεται μερικώς, αφήνοντας τη μία πλευρά στη σκιά — μια οπτική μεταφορά της διαρκούς της ταλάντευσης ανάμεσα στον μύθο και στην ανθρώπινη φθορά. Το φως εδώ δεν εξωραΐζει· αποκαλύπτει, επιμένοντας στη ρωγμή περισσότερο παρά στη λάμψη.

Εν κατακλείδι, η παράσταση «Ρόζα Εσκενάζυ – Η Βασίλισσα του Ρεμπέτικου» δεν επιλέγει τον ασφαλή δρόμο μιας νοσταλγικής αναπαράστασης. Δεν αντιμετωπίζει τη Ρόζα ως μνημείο, αλλά ως ζωντανή, αντιφατική και βαθιά ανθρώπινη παρουσία. Η σκηνοθεσία του Αντώνη Λουδάρου κινείται σε χαμηλούς τόνους, με σαφή στόχο: να αναδείξει τον ερμηνευτικό πυρήνα της παράστασης. Και αυτός ο πυρήνας είναι η Παυλίνα Χαρέλα. Η ερμηνεία της δε βασίζεται σε εξωτερικά γνωρίσματα ή μιμητικές ευκολίες· αντιθέτως, επενδύει στην εσωτερικότητα, στη σωματική οικονομία, στη διακριτική αλλά σταθερή ένταση. Η Ρόζα περνά μέσα από το σώμα της ως βίωμα, όχι ως αναπαράσταση. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη δύναμη της παράστασης. Εξίσου καθοριστική είναι η ζωντανή μουσική παρουσία της Αποστολία Γκούτη και των μουσικών της. Η μουσική δε λειτουργεί απλώς ως συνοδεία ή ατμοσφαιρικό φόντο· αποτελεί ενεργό δραματουργικό στοιχείο. Το τραγούδι γίνεται φορέας μνήμης, ιστορίας και συναισθήματος, συνομιλεί με την ερμηνεία και σε στιγμές την οδηγεί. Αυτή η ζωντανή αλληλεπίδραση προσδίδει στην παράσταση ρυθμό και αυθεντικότητα. Η λιτή σκηνογραφία και οι στοχευμένοι φωτισμοί υπηρετούν τη συνολική αισθητική γραμμή χωρίς περιττές εντυπωσιοθηρίες. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση που στηρίζεται στην ερμηνεία και στη μουσική, αφήνοντας χώρο στο συναίσθημα να αναδυθεί οργανικά. Εν τέλει, πρόκειται για μια σκηνική πρόταση που δεν εξαντλείται στην αναδρομή. Αντιθέτως, φωτίζει το παρόν μέσα από το παρελθόν και αποδεικνύει πως όταν η ερμηνεία και η μουσική συνυπάρχουν με ακρίβεια και μέτρο, το θέατρο μπορεί να γίνει ουσιαστική εμπειρία και όχι απλώς αφήγηση.
Κριτική :Ευθύμιος Ιωαννίδης
Xαίρετε, είμαι ο Ευθύμιος, είμαι φιλόλογος και συντάκτης της πολιτιστικής ιστοσελίδας Thess culture.gr. Aγαπώ πολύ τη μουσική, τις τέχνες, την ανάγνωση και το θέατρο, ενώ συνεντεύξεις μου και κριτικές μου έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στον ηλεκτρονικό τύπο. Διαχειρίζομαι παράλληλα τις σελίδες «Ορθογραφία και ορθοέπεια», «Βιβλιοφιλία και βιβλιολογία» και υπήρξα επί πολλά έτη ενεργό μέλος και συντονιστής στις λέσχες ανάγνωσης των βιβλιοθηκών του Δήμου Κορδελιού- Ευόσμου.

Ακολουθήστε μας
Καθώς και κανάλι στο youtube: : https://www.youtube.com/@thessculture-b4p με ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις αλλά και ποικίλα αφιερώματα.