ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ CRY ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Λ. ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΜΑΛΙΑ
Σχολιάζει ο Ευθύμιος Ιωαννίδης
CRY: Η δικτατορία της ευγένειας και η επιστροφή του απωθημένου
Το Cry της Λένας Κιτσοπούλου, που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Αμαλία, δεν είναι απλώς μια παράσταση· είναι μια νεκροψία της σύγχρονης κοινωνικής μας συμβίωσης και ταυτόχρονα ένας μηχανισμός βίαιης απογύμνωσης της συλλογικής μας αφασίας. Η ταλαντούχα καλλιτέχνις δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί μια ιστορία, αλλά να εκθέσει μια ψυχική διεργασία: τη στιγμή κατά την οποία η μάσκα της πολιτισμένης ανεκτικότητας ραγίζει και από κάτω αναβλύζει η σήψη μιας μακροχρόνιας, επιβεβλημένης σιωπής. Η Κιτσοπούλου αντιμετωπίζει το τραύμα όχι ως κάτι ιερό ή άρρητο, αλλά ως υλικό προς αποδόμηση. Ο πόνος, η απελπισία και η ματαίωση δεν παρουσιάζονται με όρους ψυχολογικού ρεαλισμού, αλλά μετατρέπονται σε γκροτέσκα φάρσα. Με αυτόν τον τρόπο, η δημιουργός σχολιάζει αιχμηρά τη σύγχρονη τάση «θεαματοποίησης» του πόνου, την ανάγκη του ανθρώπου όχι απλώς να υποφέρει, αλλά να επιδεικνύει την οδύνη του, να τη μετατρέπει σε δημόσιο θέαμα, σε ένα είδος ταυτότητας. Το «Cry» μοιάζει να ρωτά επίμονα αν η κραυγή είναι ακόμη αυθεντική ή αν έχει καταντήσει ένα επαναλαμβανόμενο, σχεδόν κενό σήμα.

Στο σύμπαν του Cry, η ευγένεια και η πολιτική ορθότητα δε λειτουργούν ως αξίες συνύπαρξης, αλλά ως μηχανισμοί πειθάρχησης. Το «Cry» δεν αφηγείται μια ιστορία· λειτουργεί ως μια παρατεταμένη κραυγή, ένα συνονθύλευμα από αποσπασματικές σκηνές, παύσεις, εκρήξεις και αμήχανες σιωπές, που αρνούνται πεισματικά να καταλήξουν σε κάθαρση ή συμπέρασμα. Συνάμα λειτουργεί ως μια ανελέητη σάτιρα της σύγχρονης εμμονής με την καλοσύνη, την ανεκτικότητα και την «ορθή» συμπεριφορά, αποκαλύπτοντας τη σκοτεινή τους πλευρά. Οι χαρακτήρες προσπαθούν διαρκώς να παραμείνουν κόσμιοι, να μη διαταράξουν την ισορροπία, να μη γίνουν δυσάρεστοι. Όσο όμως η ειλικρίνεια καταπιέζεται, τόσο η ένταση συσσωρεύεται, μέχρι που η ευγένεια καταρρέει και αφήνει πίσω της όχι συμφιλίωση αλλά βία, οργή και εξάντληση. Το «Cry» δεν καταγγέλλει ούτως ειπείν απλώς την υποκρισία· δείχνει πώς η κοινωνική ευπρέπεια μετατρέπεται σε μηχανισμό καταστολής του συναισθήματος, δίκην ενός εσωτερικευμένου υπερεγώ που επιβλέπει, διορθώνει και απαγορεύει, εκπαιδεύοντάς μας να καταπίνουμε, να αυτολογοκρινόμαστε και να χαμογελάμε μηχανικά για να μη «χαλάσουμε το κλίμα». Όμως η ψυχανάλυση παραμένει αμείλικτη: το απωθημένο δεν εξαφανίζεται. Επιστρέφει πάντα ως σύμπτωμα. Και όταν αυτό το σύμπτωμα δε βρίσκει γλώσσα να αρθρωθεί, μεταβολίζεται αναπόφευκτα σε βία.
Η σκηνοθετική γραφή της Κιτσοπούλου αρνείται κάθε γραμμική τάξη, επιβάλλοντας μια συνειδητή «αισθητική της αποτυχίας». Το χάος, η επανάληψη και η φαινομενική προχειρότητα δεν αποτελούν αδυναμίες, αλλά εργαλεία αποκάλυψης της ίδιας μας της κοινωνικής δυσλειτουργίας. Το σκηνικό περιβάλλον, σχεδιασμένο επίσης από την ίδια, μοιάζει με αποστειρωμένο εργαστήριο ελέγχου∙ λειτουργεί ως αυτόνομο δραματουργικό σχόλιο. Ο λευκός, σχεδόν αποστειρωμένος σκηνικός χώρος, θυμίζει ένα ουδέτερο εργαστήριο συναισθημάτων, έναν τόπο όπου ο πόνος δε βιώνεται ιδιωτικά αλλά εκτίθεται. Μέσα σε αυτή τη φαινομενικά καθαρή επιφάνεια, τα σκηνικά αντικείμενα —ένας καναπές, ένα πιάνο, καρέκλες, ένα τραπέζι, ένα αντίσκηνο— δε συγκροτούν ένα συνεκτικό περιβάλλον κατοίκησης, αλλά μοιάζουν με αποσπασματικά ίχνη ζωών που δε συναντιούνται ποτέ πραγματικά. Ο χώρος δε φιλοξενεί· απομονώνει.

Κεντρική θέση καταλαμβάνει το ξύλινο κατασκεύασμα με την επιγραφή Crying Room, ένας χώρος που υποτίθεται ότι προορίζεται για την εκτόνωση του συναισθήματος, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί ειρωνικά: ο θρήνος αποκτά δωμάτιο, άρα κανονικοποιείται, οργανώνεται, τίθεται υπό έλεγχο. Η ύπαρξη ενός «χώρου για κλάμα» υποδηλώνει μια κοινωνία που δεν αντέχει το αυθόρμητο συναίσθημα και γι’ αυτό το απομονώνει, το περιχαρακώνει, το μετατρέπει σε επιτρεπτή δραστηριότητα εντός ορίων. Το κλάμα, αντί να είναι ρήξη, γίνεται υποδομή.
Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι και η παρουσία του αντίσκηνου στο προσκήνιο: ένα πρόχειρο καταφύγιο που παραπέμπει σε προσωρινή διαμονή, σε επιβίωση αντί για ζωή. Το σώμα που κείται εντός του, συχνά σχεδόν αδρανές, μετατρέπει τον χώρο σε τόπο εγκατάλειψης, σε εικόνα κοινωνικής και συναισθηματικής αστεγίας. Το αντίσκηνο, σύμβολο ελευθερίας ή περιπλάνησης, εδώ απογυμνώνεται από κάθε ρομαντισμό και γίνεται σήμα αδιεξόδου
Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι ερμηνείες της Λένας Κιτσοπούλου, του Γιάννη Κότσιφα, του Θοδωρή Σκυφτούλη και της Μαριλένας Μόσχου συγκροτούν ένα ενιαίο σώμα υπό διαρκή πίεση. Οι τέσσερις ηθοποιοί δεν υποδύονται χαρακτήρες με ψυχολογικό βάθος· ενσαρκώνουν καταστάσεις. Κινούνται στα όρια της σωματικής εξάντλησης και της γκροτέσκας παραμόρφωσης, ως φορείς ενός συλλογικού αδιεξόδου, εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην επιθυμία να μιλήσουν και στον φόβο του τι θα συμβεί αν το κάνουν. Οι ερμηνείες δε συγκροτούν χαρακτήρες με ψυχολογικό βάθος, αλλά σώματα υπό πίεση. Η σωματική εξάντληση, η φωνητική υπέρβαση και η εσκεμμένη υπερβολή μετατρέπουν τους ηθοποιούς σε φορείς ενός συλλογικού αδιεξόδου. Η κραυγή δεν αρθρώνεται ποτέ καθαρά, γιατί η γλώσσα έχει ήδη διαφθαρεί. Οι λέξεις επαναλαμβάνονται, χάνουν το νόημά τους, γίνονται ήχος χωρίς επικοινωνία. Η αποτυχία της γλώσσας είναι και δηλωτική και της εν γένει αποτυχίας της συνύπαρξης. Η γλώσσα τους, διαβρωμένη, τεμαχισμένη και εμμονικά επαναλαμβανόμενη, αποσυντίθεται κάτω από την ηχητική επιμέλεια του Samuel Schmidiger. Οι ερμηνείες δε χαϊδεύουν τον θεατή· τον εκθέτουν. Η υπερβολή, η αμηχανία, η επαναληπτικότητα, ακόμα και η φαινομενική ασυναρτησία, δεν είναι αισθητικά τερτίπια, αλλά εργαλεία αποσταθεροποίησης. Το Cry δε θέλει να γίνει κατανοητό· θέλει να γίνει ανυπόφορο. Να αναγκάσει τον θεατή να αναγνωρίσει τον εαυτό του όχι στη βία της σκηνής, αλλά στη σιωπή που την προηγήθηκε. Η επικοινωνία δεν καταρρέει απλώς· μετατρέπεται σε θόρυβο. Οι φωτογραφικές αντανακλάσεις του Yuri Tavares ενισχύουν την αίσθηση μιας διαρκούς έκθεσης, σαν τίποτα να μην μπορεί πια να κρυφτεί. Όταν μάλιστα η ευγένεια σκοτώνει την αλήθεια, αυτό που απομένει δεν είναι σιωπή, αλλά ένας εκκωφαντικός εσωτερικός βόμβος.
Το Cry αρνείται πεισματικά να προσφέρει κάθαρση ή παρηγοριά. Δεν ενδιαφέρεται να σε «συγκινήσει», ούτε να σου προσφέρει μια ασφαλή εμπειρία θέασης. Πρόκειται για μια ενοχλητική πολιτική πράξη που σου αφαιρεί το δικαίωμα στην απόσταση και στη συγχώρεση, αφήνοντάς σε εκτεθειμένο απέναντι στη δική σου αμηχανία. Αν η παράσταση προκαλεί δυσφορία, είναι γιατί αναγκάζει τον θεατή να αναγνωρίσει τον εαυτό του στις στιγμές πριν από την έκρηξη: εκεί όπου χαμογέλασε ενώ έπρεπε να μιλήσει, εκεί όπου σώπασε για να παραμείνει αποδεκτός.

Η «κραυγή» του τίτλου δε λειτουργεί ως λύτρωση. Είναι η καθυστερημένη επιστροφή του απωθημένου, η απόδειξη ότι η σιωπή κράτησε υπερβολικά πολύ — και ότι δεν ήταν ποτέ αθώα. Στο τέλος, δε μένει τίποτα άλλο παρά η επίγνωση πως η κοινωνική ευγένεια, όταν αποσπάται από την ειλικρίνεια, δεν αποτελεί αρετή αλλά μια μορφή βίας σε αναμονή. Το Cry αποκαλύπτει ότι αυτή η ευγένεια δεν είναι ουδέτερη: είναι το θερμοκήπιο της έκρηξης. Τελικά, το Cry είναι ένα έργο για το τίμημα της συμβίωσης χωρίς αλήθεια. Ένα πάρτι όπου όλοι προσποιούνται ότι περνούν καλά, μέχρι τη στιγμή που το προσωπείο πέφτει και απομένει μόνο η ωμή, γυμνή ένταση του ανθρώπινου. Δε μας ζητά να διαλέξουμε ανάμεσα στο κλάμα και την κραυγή. Μας δείχνει τι συμβαίνει όταν δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Και το γνωρίζουμε.
Και συνεχίζουμε.
Σχολιάζει ο Ευθύμιος Ιωαννίδης
Xαίρετε, είμαι ο Ευθύμιος, είμαι φιλόλογος και συντάκτης της πολιτιστικής ιστοσελίδας Thess culture.gr. Aγαπώ πολύ τη μουσική, τις τέχνες, την ανάγνωση και το θέατρο, ενώ συνεντεύξεις μου και κριτικές μου έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στον ηλεκτρονικό τύπο. Διαχειρίζομαι παράλληλα τις σελίδες «Ορθογραφία και ορθοέπεια», «Βιβλιοφιλία και βιβλιολογία» και υπήρξα επί πολλά έτη ενεργό μέλος και συντονιστής στις λέσχες ανάγνωσης των βιβλιοθηκών του Δήμου Κορδελιού- Ευόσμου.

Ακολουθήστε μας
Καθώς και κανάλι στο youtube: : https://www.youtube.com/@thessculture-b4p με ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις αλλά και ποικίλα αφιερώματα.