ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΓΓΕΛΗ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΛΛΙΤΣΟΓΛΟΥ: «Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΧΕΙ ΕΝΑΝ ΑΚΡΙΒΗ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ»
Συνέντευξη:Ευθύμιος Ιωαννίδης
Το «Δείπνο Ηλιθίων» του Francis Veber, μια από τις πιο αγαπημένες σύγχρονες κωμωδίες, συνεχίζει την πορεία του στη σκηνή με παράταση παραστάσεων, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του δυναμική και τη θερμή ανταπόκριση του κοινού. Στον ρόλο του Πιερ Μπροσάν, ο Βαγγέλης-Ραφαήλ Καλλίτσογλου προσεγγίζει έναν ήρωα που κινείται ανάμεσα στην ειρωνεία, τον έλεγχο και την απρόβλεπτη ανατροπή. Με αφορμή την παράσταση, μιλά στο thessculture για τους μηχανισμούς της κωμωδίας, τη σκηνική συνεργασία και τη σχέση του έργου με τον σημερινό θεατή.
Ο Πιερ Μπροσάν είναι ένας χαρακτήρας με πολύ συγκεκριμένη κοσμοθεωρία και έντονη σκηνική παρουσία. Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε περισσότερο σε αυτόν τον ρόλο από την πρώτη κιόλας ανάγνωση;
Αυτό που ξεχωρίζω στον Πιερ Μπροσάν είναι η μάταιη και γεμάτη γέλιο και παρεξήγηση προσπάθειά του να πετύχει τον σκοπό του ενώ όλοι γύρω του είναι ηλίθιοι! Αυτός είναι ο κεντρικός υποκριτικός άξονας στον οποίο βασίστηκα. Από μόνος του ο Μπροσάν δεν έχει ενδιαφέρον. Ένας κουλτουριάρης playboy εγωκεντρικός αστός. Καθόλου συμπαθής. Όταν όμως συναντά τον Φρανσουά Πινιόν και ξεκινάει ο διάλογος, τότε ξεδιπλώνονται όλες οι κρυμμένες πτυχές του χαρακτήρα που προκαλούν το γέλιο και μέχρι και την άφεση αμαρτιών των πράξεών του ως το τέλος του έργου. Θέλω να πω ότι σε αυτό το έργο όλοι οι ρόλοι είναι τόσο πολύ δεμένοι συγγραφικά, έτσι ώστε όλο το ενδιαφέρον τους, το χιούμορ, το αστείο τους προκύπτει καθαρά από τη μεταξύ τους κατάσταση και χημεία και όχι από το πιθανό κωμικό γκροτέσκο του χαρακτήρα τους.

Το «Δείπνο Ηλιθίων» βασίζεται σε έναν εξαιρετικά ακριβή μηχανισμό κωμωδίας. Πώς προσέγγισες υποκριτικά τον ρόλο, ώστε να διατηρήσεις την κωμικότητα ζωντανή χωρίς να χαθεί η αλήθεια του χαρακτήρα;
Η κωμωδία στο θέατρο έχει, όπως είπες και εσύ, έναν ακριβή μηχανισμό. Και αυτός είναι το ύφος και ο ρυθμός. Το ύφος συνήθως έχει να κάνει με μια ας πούμε λίγο πιο διαχυτική γενική συμπεριφορά της υποκριτικής σε σχέση με τον απόλυτο ρεαλισμό και ο ρυθμός είναι το σημαντικότερο προϊόν της κωμωδίας. Το αστείο είναι ρυθμός. Δυο δευτερόλεπτα μετά να ειπωθεί η ατάκα και το αστείο χάθηκε, ή πέρασε στο κοινό χλιαρό. Οπότε το τεχνικό κομμάτι που είναι και αυτό που κάνει το εκάστοτε κείμενο κωμικό είναι στο κεφάλι μου εντελώς ξέχωρο από τον χαρακτήρα αυτόν καθαυτόν. Συνεπώς δε με απασχόλησε η ταυτόχρονη συνέπεια του δράματος του χαρακτήρα σε σχέση με την κωμική πλευρά του έργου.
Ο ήρωας διανύει μια μεγάλη συναισθηματική απόσταση μέσα σε μία μόνο βραδιά. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή στην παράσταση που θεωρείς ότι σηματοδοτεί τη δική του «μεταβολή»;
Η μεταβολή του Μπροσάν υπάρχει μέσα στο έργο. Αν και λίγο λίγο καθόλη τη διάρκεια της περιπέτειάς του αλλάζει, το σημείο καμπής του λαμβάνει χώρα προς το τέλος του έργου. Δυστυχώς όμως δεν μπορώ να αποκαλύψω περισσότερα….Καλώ λοιπόν το υπέροχο κοινό της Θεσσαλονίκης που μας έχει τιμήσει γενναιόδωρα με την παρουσία του μέχρι τώρα να έρθει για να το ανακαλύψει!
Η σχέση του Μπροσάν με τον Φρανσουά Πινιόν αποτελεί τον κεντρικό άξονα του έργου. Πώς δουλέψατε αυτή τη σκηνική δυναμική στις πρόβες και τι πιστεύεις ότι αναγνωρίζει περισσότερο το κοινό σε αυτήν;
Τον Φρανσουά Πινιόν τον υποδύεται ο Βασίλης Βακάλης. Ένας εξαιρετικός συνάδελφος. Διαβασμένος από την πρώτη βδομάδα της πρόβας, συνεπής με υποκριτικές προτάσεις, έκανε τη δουλειά πολύ συγκεκριμένη, άνετη και ευχάριστη. Η χημεία των ρόλων μας ήρθε αβίαστα, η αλήθεια είναι. Κάτω φυσικά από την απαραίτητη καθοδήγηση του σκηνοθέτη μας, του Πασχάλη Αραμπατζή, κύλισαν όλα τόσο ομαλά που ήταν σαν να μην συνεννοηθήκαμε για τίποτα και όλα προέκυψαν απλά διαβάζοντας το κείμενο. Τεχνικά μιλώντας τώρα, όσον αφορά στη σκηνική δυναμική και τους διαλόγους, ο Μπροσάν είναι ο «πασαδόρος» και ο Πινιόν ο «σκόρερ». Λειτουργεί και αντίστροφα, αλλά κυρίως έτσι. Βέβαια αυτό το δίνει το κείμενο, δεν το κάναμε εμείς. Εμείς το ακολουθήσαμε. Αυτό που νομίζω ότι αναγνωρίζει περισσότερο το κοινό τώρα είναι κάτι πολύ απλό και πολύ πικρό. Όλοι έχουμε υπάρξει και οι δύο άνθρωποι.
Και αυτός που γελά εις βάρος των άλλων για να νιώσει ασφαλής.
Και αυτός που προσπαθεί απελπισμένα να είναι χρήσιμος και αγαπητός. Γι’ αυτό και το Δείπνο Ηλιθίων δεν είναι απλώς φάρσα. Είναι μια κωμωδία χαρακτήρων όπου, στο τέλος, γελάς… και λίγο ντρέπεσαι που γελάς.

Παρότι πρόκειται για μια κλασική κωμωδία, το έργο παραμένει αφοπλιστικά ανθεκτικό στον χρόνο. Ποια στοιχεία του το κρατούν τόσο επίκαιρο για το σημερινό θεατρικό κοινό;
Αυτό που το κρατά επίκαιρο είναι το ηθικό του κέντρο. Δηλαδή το ότι η “αρρενωπή” αστική τάξη γελά ταπεινώνοντας τους, κατά τη γνώμη τους, κατώτερους, μένοντας όμως και αυτή εγκλωβισμένη στο κύρος και στη μοναξιά που κρύβεται πίσω από την επιτυχία και το πώς η καλοσύνη και η αθωότητα φαντάζουν σαν αφέλεια και ηλιθιότητα σε έναν κυνικό κόσμο. Αυτά βλέπει το κοινό και γελά…. αλλά γελά αμήχανα γιατί αναγνωρίζει συμπεριφορές, όχι εποχές. Εκεί βρίσκεται η διαχρονικότητα.
Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον σκηνοθέτη της παράστασης και με ποιο τρόπο η δική του οπτική επηρέασε τη δική σου ερμηνευτική γραμμή;
Η συνεργασία μου με τον Πασχάλη Αραμπατζή, τον οποίο εκτιμώ βαθύτατα και τον ευχαριστώ για την απλόχερη ανάθεση αυτού του ρόλου, ήταν αν όχι η καλύτερη μια από τις καλύτερες συνεργασίες μου μέχρι τώρα. Δεν το λέω έτσι, όντως συνέβη αυτό. Δεν είναι όμως τυχαίο. Με τον Πασχάλη υπήρξαμε συμφοιτητές στη δραματική σχολή. Αλλά δεν είναι αυτό το σημαντικό σημείο που μας ενώνει. Το σημαντικό είναι το ότι ανήκουμε στην ίδια γενιά. Και εγώ και ο Πασχάλης και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Αυτό μας δίνει κοινές αναμνήσεις, κοινές εμπειρίες, κοινή μουσική κουλτούρα και φυσικά κοινό όραμα. Όλα αυτά ακούγονται γενικά αλλά, πιστέψτε με, αυτά είναι που κάνουν τα καλλιτεχνικά σύνολα να πετυχαίνουν. Συνεπώς, και η οπτική ήταν κοινή για όλο τον θίασο δεν υπήρχαν σημαντικές αποκλίσεις στις ερμηνευτικές γραμμές.

Υπήρξε κάποιο στοιχείο στην προσωπικότητα του Μπροσάν που σε δυσκόλεψε ή που σε έκανε να προβληματιστείς περισσότερο κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας;
Όχι δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Αυτό που με δυσκόλεψε περισσότερο ήταν το λουμπάγκο. Το να υποδυθώ το λουμπάγκο το οποίο πρέπει να περνάει και λίγο κατά τη διάρκεια του έργου μέχρι να περάσει εντελώς προς το τέλος. Πλάκα είχε!
Κλείνοντας, ποιο είναι το βασικό αίσθημα ή η σκέψη που θα ήθελες να συνοδεύει τον θεατή φεύγοντας από την αίθουσα;
Το καλύτερο γέλιο στο θέατρο δεν είναι αυτό που ξεσπάει δυνατά. Είναι αυτό που σε ακολουθεί. Αυτό θα ήθελα για τους θεατές μας. Να φεύγουν από το θέατρο και να συζητούν αυτά που είδαν γελώντας, έχοντας περάσει υπέροχα το βράδυ αφού διάλεξαν αυτό αντί για μια άλλη μορφή ψυχαγωγίας.
Ευχαριστώ τον Βαγγέλη Ραφαήλ Καλλίτσογλου για την πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία μας.
Συνέντευξη:Ευθύμιος Ιωαννίδης
Xαίρετε, είμαι ο Ευθύμιος, είμαι φιλόλογος και συντάκτης της πολιτιστικής ιστοσελίδας Thess culture.gr. Aγαπώ πολύ τη μουσική, τις τέχνες, την ανάγνωση και το θέατρο, ενώ συνεντεύξεις μου και κριτικές μου έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στον ηλεκτρονικό τύπο. Διαχειρίζομαι παράλληλα τις σελίδες «Ορθογραφία και ορθοέπεια», «Βιβλιοφιλία και βιβλιολογία» και υπήρξα επί πολλά έτη ενεργό μέλος και συντονιστής στις λέσχες ανάγνωσης των βιβλιοθηκών του Δήμου Κορδελιού- Ευόσμου.

Ακολουθήστε μας
Καθώς και κανάλι στο youtube: : https://www.youtube.com/@thessculture-b4p με ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις αλλά και ποικίλα αφιερώματα.